Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα Μάιρα η Συλλέκτης Ψυχών

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 12ο

Εικόνα
  Τα πάντα συσπειρώνονται γύρω από τη Μάιρα και τον Ντομινίκ. Το έδαφος κάτω από τα πόδια τους σπάζει, ανοίγοντας ρωγμές που οδηγούν στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Λούσιαν σφίγγει το χέρι του πατέρα, κοιτώντας πότε τον έναν, πότε τη Μάιρα, με βλέμμα γεμάτο φόβο και ελπίδα. Η Μάιρα στέκεται απέναντί τους, τα ασημένια μαλλιά της φλέγονται σαν ψυχρός φως, τα μάτια της δύο χρυσά βάθη, πείνα και ενοχή ταυτόχρονα. “Πίστεψες ποτέ ότι η αγάπη σώζει, κυνηγέ; Λυπάμαι… σε αυτόν τον τόπο, μόνο ο φόβος έχει δύναμη”. Σηκώνει τα χέρια της. Σκιές ξεπετάγονται από το χώμα, τυλίγονται γύρω από τον Ντομινίκ και τον Λούσιαν, σφυρίζοντας με φωνές των χαμένων. Ο Ντομινίκ σπρώχνει τον γιο του πίσω.   “Μη φοβάσαι, Λούσιαν. Θυμήσου μόνο πόσο σ’ αγαπάμε.” Γυρίζει στη Μάιρα, το φυλαχτό του αστράφτει με το φως της μνήμης, της αγάπης, της απώλειας και της ελπίδας μαζί.   “Δεν είμαι πια εδώ από εκδίκηση. Είμαι εδώ για να τελειώσει αυτό. Για να ελευθερωθούμε όλοι.” Η Μάιρα ορμά, μα η επίθεσή της σκον...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 11ο

Εικόνα
                                        Ο κόσμος γύρισε απότομα. Οι εικόνες ξεθώριασαν, τα φαντάσματα του παρελθόντος διαλύθηκαν σε στάχτη και παγωμένο αέρα. Ο Ντομινίκ βρέθηκε ξανά γονατιστός στο οριακό τοπίο, με το φυλαχτό του να πάλλεται δυνατά στο στήθος του. Ανάσαινε βαριά με την κάθε ανάσα του ήταν εμποτισμένη με τη θλίψη και την ενοχή αιώνων που είχε γευτεί μέσα από τα μάτια της Μάιρας. Γύρω του, ο χώρος ανέπνεε σαν ζωντανός οργανισμός, οι σκιές πάλλονταν με διαφορετική ποιότητα. Η Μάιρα στεκόταν λίγα μέτρα μπροστά του, η μορφή της έμοιαζε για μια στιγμή λιγότερο απόκοσμη, σχεδόν ανθρώπινη, τα μάτια της βαθιά και κουρασμένα. Ο Ντομινίκ σηκώθηκε αργά, σκουπίζοντας το πρόσωπό του. Για πρώτη φορά, δεν κοίταζε μόνο τον εχθρό του, αλλά μια γυναίκα που είχε γίνει θύμα και δεσμώτης της ίδιας της της πράξης. “Τώρα ξέρω, ψιθύρισε. Δεν γεννήθηκες τέρας, Μάιρα. Σου φόρτωσαν το σκοτάδι, το κου...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 10ο

Εικόνα
  Οι σκιές πάγωσαν. Ο κόσμος γύρω διαλύθηκε σε αργή κίνηση, σαν η ανάσα του Ντομινίκ να είχε τραβήξει το πέπλο από τη μνήμη της Μάιρας. Για μια φευγαλέα στιγμή, ο ίδιος αισθάνθηκε να βλέπει μέσα από τα μάτια της. Ένα χωριό χαμένο στο χρόνο, φωτισμένο από θλιβερά φανάρια και τη σιωπηλή αγωνία μιας κοινότητας που ψυχορραγεί. Η φωνή της Μάιρα ακούστηκε μακρινή. Μια φωνή άλλης εποχής, πριν το σκοτάδι τη διαβρώσει, «Θυμάμαι το χιόνι εκείνης της χρονιάς… πώς σκέπαζε τα πάντα, ακόμα κι εμάς που νομίζαμε πως ήμασταν ασφαλείς…» Η συνείδηση του Ντομινίκ βυθίστηκε στον ιστό των δικών της αναμνήσεων. ~~~ Το χωριό της, χαμένο μέσα στα αρχαία δάση, βυθίζεται στο σκοτάδι του χειμώνα. Τα κρεβάτια γεμάτα άρρωστα παιδιά, οι γυναίκες να σιγοκλαίνε στα κατώφλια. Κανένα βότανο, κανένα ξόρκι δεν φέρνει λυτρωμό. Η ίδια ξεμακραίνει μέσα στη νύχτα, το πανωφόρι της φθαρμένο, τα χέρια της να τρέμουν από την αγωνία, όχι το κρύο. Στη σκηνή της, τα ράφια γεμάτα βάζα, ξεραμένα χόρτα και κεριά που τρεμοσβήνουν. Ο...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 9ο

Εικόνα
  Ο Ντομινίκ προχωρά σε ένα διάδρομο που στενεύει, ώσπου το έδαφος εξαφανίζεται και εμφανίζεται ένα τεράστιο, μαύρο κάτοπτρο. Μέσα στο γυαλί βλέπει τον εαυτό του ντυμένο με τα ρούχα της Μάιρα και στα μάτια του καίει το ίδιο χρυσό φως, στα χέρια του στάζουν σκιές. Το είδωλο μιλά με τη φωνή του, αλλά με τη σκληρότητα της Μάιρα, «Τελικά, κυνηγέ, ό,τι φοβάσαι το γίνεσαι. Κάθε ψυχή που έστειλες στη λήθη, κάθε φορά που προχώρησες χωρίς αμφιβολία… Ίδιοι είμαστε.» Το κάτοπτρο ραγίζει και το είδωλο περνά από μέσα, παλεύοντας με τον Ντομινίκ. Οι δυο τους κυλιούνται στο έδαφος, ο ένας προσπαθεί να πνίξει τον άλλο.   Ο Ντομινίκ νιώθει το σκοτάδι να τον τραβά. Θυμάται όμως τη φωνή της Έρικα: «Η αγάπη δεν είναι εκδίκηση». Με μια ύστατη προσπάθεια, αφήνει το μίσος και το σκοτάδι να περάσουν πάνω του δίχως να τα πολεμήσει. Το είδωλο διαλύεται σε καπνό. ~~~ Ο χώρος αλλάζει. Ο Ντομινίκ βρίσκεται τώρα σε μια μεγάλη, κυκλική αίθουσα. Στους τοίχους αιωρούνται μπουκάλια, μέσα τους παγιδευμένες...

Μάιρα, η Συλλέκτης ψυχών | Κεφάλαιο 8ο

Εικόνα
  Ο τόπος γύρω του έμοιαζε με παλιό εφιάλτη. Ένα τοπίο από στάχτη, απομεινάρια παιδικών παιχνιδιών, σκιές δίχως πρόσωπο να περιφέρονται σιωπηλές. Ο ουρανός ήταν μια άβυσσος γεμάτη ρωγμές, απ’ όπου έσταζε σκοτάδι αντί για φως. Ο Ντομινίκ άγγιξε το φυλαχτό στην τσέπη του. Μόνο η αίσθηση αυτού, και το παιδικό παπουτσάκι στη χούφτα του, τον κρατούσαν ακόμη ακέραιο. Μπροστά του σχηματίστηκε ένας διάδρομος από ξεθωριασμένες αναμνήσεις. Ανάμεσα στις σκιές, φαντάστηκαν φιγούρες, η Έρικα, σε μια στιγμή ευτυχίας, να του χαμογελά και ο Λούσιαν να τρέχει με τα χέρια ανοιχτά, κι ύστερα, μια βίαιη μετάλλαξη, τα πρόσωπα τους να μαυρίζουν, τα λόγια τους να γίνονται κατηγορίες. «Εσύ μας άφησες…» «Δεν ήσουν ποτέ εκεί όταν σε χρειαστήκαμε…» Ο Ντομινίκ κράτησε τα μάτια κλειστά, επαναλαμβάνοντας τις προστατευτικές λέξεις της Αδελφότητας. Οι σκιές έσβησαν, αλλά μια άλλη δοκιμασία τον περίμενε: ο ίδιος του ο εαυτός, αντίκρυ του. Κοίταξε τον εαυτό του στα μάτια γεμάτα μίσος, καχυποψία και φόβο. «Αν νικήσε...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 7ο

Εικόνα
  Το ξωκλήσι αναστέναζε κάτω από το βάρος του χρόνου και της μαγείας. Ο Ντομινίκ στάθηκε στην πύλη, το χέρι του σφιγμένο γύρω από το παπουτσάκι. Η ανάσα του έβγαινε βαριά, υγρή. Η πέτρα κάτω από τα πόδια του ήταν παγωμένη, γεμάτη χαρακιές: σύμβολα προειδοποίησης, ξεχασμένες γλώσσες. Μια παράξενη σιωπή σκέπασε τα πάντα, ούτε άνεμος, ούτε ζώα, μόνο το σφυροκόπημα της καρδιάς του. Έκανε το πρώτο βήμα μέσα στο ξωκλήσι. Η πόρτα έκλεισε πίσω του, βαριά, σαν να σφράγιζε τον κόσμο έξω. Το φως του φεγγαριού χόρευε πάνω στα σπασμένα εικονίσματα. Στο κέντρο, ένας παλιός βωμός, σκεπασμένος με στάχτες. Η ατμόσφαιρα πυκνή και ηλεκτρισμένη. Ξαφνικά, η θερμοκρασία έπεσε απότομα. Η ανάσα του έγινε ατμός. Από τις σχισμές των τοίχων άρχισε να βγαίνει ομίχλη, μαύρη και πυκνή, που απλωνόταν γύρω του σαν δάχτυλα. Τα σύμβολα έλαμψαν αδύναμα, μια τελευταία άμυνα ενάντια στο άγνωστο. Ο Ντομινίκ ένιωσε το βάρος του παρελθόντος να τον τραβά, οι φωνές της Έρικα και του Λούσιαν αντηχούσαν στα αυτιά του, άλλοτε...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 6ο

Εικόνα
  Το ξέφωτο διαλύθηκε στα ουρλιαχτά και στον πανικό. Οι πιστοί σκόρπισαν σαν σκιές που καίγονται στο φως, άλλοι παραπατώντας προς το δάσος, άλλοι σωριασμένοι στο έδαφος, με το βλέμμα θολό από έκσταση ή φρίκη. Ο Ντομινίκ ένιωσε το αίμα του να πάλλεται, το κορμί του σε επιφυλακή. Η Μάιρα είχε χαθεί μέσα στη σκοτεινιά, μα η παρουσία της έμενε βαριά, σαν δηλητήριο στον αέρα. Δεν υπήρχε χρόνος. Έσφιξε το όπλο, πέρασε ανάμεσα από κορμιά που ακόμα σπαρταρούσαν, και βούτηξε στο πυκνό δάσος. Το δάσος τον κατάπινε, τα βήματά του σβήνονταν από τη λάσπη και τα φύλλα. Πίσω του, οι κυνηγοί ακόμη ακολουθούσαν και κάπου, στο σκοτάδι, η Μάιρα περίμενε. Ξαφνικά, μια ρίζα τον γκρέμισε. Έπεσε βαριά, το πρόσωπό του χώθηκε στο υγρό χώμα. Σήκωσε το κεφάλι του και για μια στιγμή, όλα ησύχασαν. Μπροστά του, αχνό φως έπεφτε ανάμεσα στα κλαδιά, αποκαλύπτοντας ένα παλιό, μισοκατεστραμμένο ξωκλήσι. Οι πέτρες του ήταν χαραγμένες με σύμβολα μερικά γνώριμα από τα αρχεία της Αδελφότητας, άλλα εντελώς ξένα. Η φωνή ...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 5ο

Εικόνα
  Ο αέρας ήταν βαρύς, γεμάτος προσμονή και ιδρώτα φόβου. Ο Ντομινίκ περπατούσε πλάι στον Σάλο, τον άντρα που προοριζόταν για τη θυσία. Ο Σάλο έδειχνε γαλήνιος, σχεδόν λαμπερός κάτω από το αμυδρό φως των φαναριών. Τα βήματά τους βούλιαζαν στη λάσπη του δάσους, καθώς η πομπή προχωρούσε σιωπηλή. Ξαφνικά, ο Σάλο γύρισε προς τον Ντομινίκ, τα μάτια του γεμάτα γνώση που δεν άρμοζε στην περίσταση. « Αυτός που ψάχνεις δεν είναι εδώ…» Ο Ντομινίκ δεν απάντησε. Κράτησε το βλέμμα του χαμηλά, σφίγγοντας τη λαβή του μανδύα, κάτω από τον οποίο έκρυβε το όπλο. Στο ξέφωτο, οι πιστοί σχημάτισαν κύκλο. Η αρχιέρεια τραγούδησε ένα παράξενο άσμα, κι ο αέρας γέμισε ηλεκτρισμό. Η νύχτα πάγωσε, σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Μέσα από τις σκιές ξεπρόβαλε η Μάιρα με τα ασημένια μαλλιά της ανέμιζαν σαν να τα φυσούσε άνεμος που δεν υπήρχε, και τα χρυσά μάτια της φώτιζαν τον κύκλο με απειλητική λάμψη. Άπλωσε το χέρι της, μαύρα νύχια σαν νεκρωμένη σάρκα, και άγγιξε το μέτωπο του Σάλο. Ένα ουρλιαχτό ψυχής σκίστηκε στο...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 4ο

Εικόνα
  Τέσσερα χρόνια πριν Το σπίτι τους έσφυζε από ζωή, γεμάτο ζεστό φως και χαρούμενες φωνές. Πολύχρωνα χαρτόνια και κορδέλες κρέμονταν από τα ράφια, ενώ στο τραπέζι της κουζίνας είχαν απλωθεί καπελάκια, σερβίτσια με ζωάκια και ένα μεγάλο τραπεζομάντηλο με ήρωες παραμυθιών. Στον αέρα πλανιόταν η μυρωδιά από σπιτικά γλυκά και φρεσκοψημένα κουλουράκια. Η Έρικα έτρεχε από δωμάτιο σε δωμάτιο, γελώντας και σιγοτραγουδώντας, ενώ ο Ντομινίκ στερέωνε μπαλόνια πάνω από την πόρτα. Στο σαλόνι, τα παιχνίδια του μικρού Λούσιαν είχαν στηθεί σε κύκλο, έτοιμα για τους μικρούς καλεσμένους. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό, αφήνοντας φρέσκο αέρα και φως να πλημμυρίζουν το χώρο, ανακατεύοντας τα πολύχρωμα κομφετί που είχαν ήδη σκορπιστεί στο πάτωμα. Η κουζίνα ήταν το κέντρο των ετοιμασιών ενώ μια τούρτα με πέντε κεράκια στόλιζε τον πάγκο με το όνομα του Λούσιαν γραμμένο με σοκολάτα στην άκρη. Τα ράφια ήταν γεμάτα μικρά δώρα όπως βιβλία, ξύλινα ζωάκια, μινιατούρες τρένων που περίμεναν να μοιραστούν στα παιδιά. Ο...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 3ο

Εικόνα
  Το φορτηγό σταμάτησε με έναν βαρύ, σιδερένιο ήχο μπροστά στη βίλα. Ο αέρας μύριζε υγρασία, χώμα, και κάτι μεταλλικό, σαν ψίθυρος από αίμα στο σκοτάδι. Οι πόρτες άνοιξαν και ο άντρας βγήκε, τα χέρια του δεμένα, το βλέμμα του ήσυχο. Ήταν καθαρός, σχεδόν αταίριαστος με το βρώμικο περίγυρο, ντυμένος απλά, με μάτια που δεν πάλευαν. Μόνο κοίταζε, προσευχόταν σιωπηλά, δεχόμενος τη μοίρα του σαν να ήταν ήδη συμφιλιωμένος. Ο Ντομινίκ ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του. Αυτός ο άνθρωπος δεν θύμιζε τις άλλες θυσίες μιας και δεν υπήρχε φόβος, μόνο γαλήνη. Κράτησε το πρόσωπό του απαθές, πνίγοντας το σφίξιμο στο στομάχι του. Οι πιστοί της Μάιρα μαζεύτηκαν, ένα περίεργο κοπάδι ανθρώπων με πρόσωπα σκιερά και μάτια που γυάλιζαν από λαχτάρα ή δισταγμό. Η αρχιέρεια προπορεύτηκε, κρατώντας ένα ασημένιο ραβδί. Με ένα νεύμα της, η πομπή ξεκίνησε, βυθιζόμενη στο δάσος. Το μονοπάτι μέσα στα ψηλά δέντρα ήταν στενό, πνιγμένο στην ομίχλη. Τα κεριά τρεμόπαιζαν στα χέρια των πιστών, χλωμό φως α...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 2ο

Εικόνα
  Δέκα χρόνια πριν Στο μικρό τους διαμέρισμα, το πρωινό φως έμπαινε από τις γρίλιες, χρωματίζοντας τα βιβλία και τα χαρτιά του Ντομινίκ με ζεστά, χρυσαφένια ρίγη. Κάθε γωνιά είχε το άγγιγμα της Έρικα. Ένα βάζο με άγρια λουλούδια στο τραπέζι, μια κούπα με μισοτελειωμένο τσάι στο περβάζι. Η Έρικα πλησίασε με νωχελικό βήμα, κρατώντας δύο φλιτζάνια καφέ. Κάθισε δίπλα του, στηρίζοντας το πηγούνι στον ώμο του. « Διαβάζεις πάλι για ανύπαρκτους δαίμονες ή για κάτι που μπορεί να σε αφήσει να κοιμηθείς απόψε; τον πείραξε γελώντας.» « Κάτι τέτοιο, ναι» είπε ο Ντομινίκ, προσπαθώντας να μην χαμογελάσει. «Αν βρω τι φοβίζει τα αρχαία πνεύματα, ίσως γίνω κι εγώ λίγο πιο γενναίος.» Η Έρικα χάιδεψε τα μαλλιά του, τα μάτια της γεμάτα στοργή. « Είσαι ήδη γενναίος, αλλά μην ξεχνάς να ξεκουράζεσαι λίγο. Το πολύ διάβασμα κάνει κακό στην φαντασία.» Το μεσημέρι περπατούσαν μαζί στην αγορά, ανάμεσα σε φωνές και μυρωδιές φρέσκου ψωμιού. Η Έρικα διάλεγε φρούτα με προσοχή. « Πρόσεχε, μη διαλέξεις άγουρα,» είπε...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 1ο

Εικόνα
  Βίλα των Σκιών – Νωρίς το βράδυ Η βίλα ήταν χαμένη βαθιά ανάμεσα στα πυκνά έλατα και τις ομίχλες που κουλουριάζονταν στα παράθυρα σαν φαντάσματα. Οι τοίχοι, βαρυτιμοι και καλυμμένοι με μαυρισμένα πορτρέτα, έμοιαζαν να ρουφούν κάθε ήχο, αφήνοντας πίσω τους μόνο τον αντίλαλο των ψιθύρων. Στο σαλόνι, το φως από τα κεριά τρεμόπαιζε, δημιουργώντας σκιές που χόρευαν σαν να είχαν δική τους βούληση. Ο Ντομινίκ καθόταν απέναντι από την αρχιέρεια, μια γυναίκα με μαύρο βέλο και μάτια ψυχρά, σχεδόν αποκομμένα από το παρόν. Δίπλα της κάθονταν δύο ακόμη πιστοί: ο ένας, αδύνατος και νευρικός, δάγκωνε το δάχτυλό του, ο άλλος, μεγαλόσωμος, άγγιζε έναν ασημένιο σταυρό που είχε χαραγμένο το σύμβολο της Μάιρα. «Η νύχτα σήμερα είναι ισχυρή,» ψιθύρισε η αρχιέρεια, κοιτώντας έξω από το παράθυρο. «Το σκοτάδι είναι πιο βαθύ. Η Μάιρα μας παρακολουθεί.» Ο Ντομινίκ έγνεψε αργά, κρύβοντας τον κυνισμό του πίσω από το σκοτεινό βλέμμα του. «Θα είμαστε έτοιμοι για την τελετή;» «Σύντομα, ναι» είπε ο νευρικός πιστ...

Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Εισαγωγή

Εικόνα
  Η νύχτα απλώθηκε στην πόλη ολόκληρη, σαν αρχαίο θηρίο που καταβροχθίζει το θήραμά του. Οι σκιές δεν χόρευαν, αλλά σπαρταρούσαν στους τοίχους των κτιρίων. Ο αέρας έκοβε σαν λεπίδι, φορτωμένος με την οσμή της αποσύνθεσης και του επερχόμενου θανάτου. Στη μέση του δρόμου που έμοιαζε με ανοιχτό τάφο, ο άντρας ένιωσε το δέρμα του να μυρμηγκιάζει, τα σπλάχνα του να συστρέφονται. Κάτι τον παρακολουθούσε από τα έγκατα του σκότους. Όχι απλώς παρουσία, αλλά πείνα που τον αναζητούσε απεγνωσμένα. Η Μάιρα δεν εμφανίστηκε. Ξεπήδησε από το πουθενά σαν παραμορφωμένη σκιά που απέκτησε σάρκα. Τα μαλλιά της, ασημένια σαν φεγγαρόφωτο, στροβιλίζονταν γύρω από το πρόσωπό της σαν φίδια Μέδουσας. Τα μάτια της ήταν χρυσά που έλαμπαν μέσα στο σκοτάδι. Η καρδιά του άντρα σπαρταρούσε σαν παγιδευμένο πουλί, καθώς αόρατα νύχια έσκαβαν βαθιά στο στήθος του. «Είσαι έτοιμος να παραδώσεις αυτό που ποτέ δεν ήταν πραγματικά δικό σου;»  είπε σιγανά, αλλά με μια φωνή απόκοσμη η Μάιρα. Ο άντρας ούρλιαξε σιωπηλά, ο...