Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 3ο

 


Το φορτηγό σταμάτησε με έναν βαρύ, σιδερένιο ήχο μπροστά στη βίλα. Ο αέρας μύριζε υγρασία, χώμα, και κάτι μεταλλικό, σαν ψίθυρος από αίμα στο σκοτάδι. Οι πόρτες άνοιξαν και ο άντρας βγήκε, τα χέρια του δεμένα, το βλέμμα του ήσυχο. Ήταν καθαρός, σχεδόν αταίριαστος με το βρώμικο περίγυρο, ντυμένος απλά, με μάτια που δεν πάλευαν. Μόνο κοίταζε, προσευχόταν σιωπηλά, δεχόμενος τη μοίρα του σαν να ήταν ήδη συμφιλιωμένος.


Ο Ντομινίκ ένιωσε ένα ρίγος να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του. Αυτός ο άνθρωπος δεν θύμιζε τις άλλες θυσίες μιας και δεν υπήρχε φόβος, μόνο γαλήνη. Κράτησε το πρόσωπό του απαθές, πνίγοντας το σφίξιμο στο στομάχι του.


Οι πιστοί της Μάιρα μαζεύτηκαν, ένα περίεργο κοπάδι ανθρώπων με πρόσωπα σκιερά και μάτια που γυάλιζαν από λαχτάρα ή δισταγμό. Η αρχιέρεια προπορεύτηκε, κρατώντας ένα ασημένιο ραβδί. Με ένα νεύμα της, η πομπή ξεκίνησε, βυθιζόμενη στο δάσος.


Το μονοπάτι μέσα στα ψηλά δέντρα ήταν στενό, πνιγμένο στην ομίχλη. Τα κεριά τρεμόπαιζαν στα χέρια των πιστών, χλωμό φως ανάμεσα στα ερεβώδη κλαδιά. Κάθε βήμα έφερνε πιο κοντά τον ψίθυρο της τελετής και κάθε ανάσα, μια υπόσχεση αίματος και σκότους. Ο αέρας γινόταν όλο και πιο παγωμένος. Μόνο τα βήματα, οι ψίθυροι προσευχών, και το ανεξήγητο φτερούγισμα της καρδιάς του Ντομινίκ.


Στο βάθος, εκεί που το δάσος άνοιγε σε ένα ξέφωτο σκεπασμένο με παλιά σύμβολα και πέτρες, η αρχιέρεια σταμάτησε. Η θυσία προχώρησε ήρεμα, με το κεφάλι ψηλά, και τα μάτια καρφωμένα στον ουρανό λες και περίμενε λύτρωση από κάπου αλλού.


Η τελετή θα ξεκινούσε σύντομα.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Δίδυμη πληγή | Εισαγωγή