Μάιρα, η Συλλέκτης ψυχών | Κεφάλαιο 8ο
Ο τόπος γύρω του έμοιαζε με παλιό εφιάλτη. Ένα τοπίο από στάχτη, απομεινάρια παιδικών παιχνιδιών, σκιές δίχως πρόσωπο να περιφέρονται σιωπηλές. Ο ουρανός ήταν μια άβυσσος γεμάτη ρωγμές, απ’ όπου έσταζε σκοτάδι αντί για φως.
Ο Ντομινίκ άγγιξε το φυλαχτό στην τσέπη του. Μόνο η αίσθηση αυτού, και το παιδικό παπουτσάκι στη χούφτα του, τον κρατούσαν ακόμη ακέραιο.
Μπροστά του σχηματίστηκε ένας διάδρομος από ξεθωριασμένες αναμνήσεις. Ανάμεσα στις σκιές, φαντάστηκαν φιγούρες, η Έρικα, σε μια στιγμή ευτυχίας, να του χαμογελά και ο Λούσιαν να τρέχει με τα χέρια ανοιχτά, κι ύστερα, μια βίαιη μετάλλαξη, τα πρόσωπα τους να μαυρίζουν, τα λόγια τους να γίνονται κατηγορίες.
«Εσύ μας άφησες…»
«Δεν ήσουν ποτέ εκεί όταν σε χρειαστήκαμε…»
Ο Ντομινίκ κράτησε τα μάτια κλειστά, επαναλαμβάνοντας τις προστατευτικές λέξεις της Αδελφότητας. Οι σκιές έσβησαν, αλλά μια άλλη δοκιμασία τον περίμενε: ο ίδιος του ο εαυτός, αντίκρυ του. Κοίταξε τον εαυτό του στα μάτια γεμάτα μίσος, καχυποψία και φόβο.
«Αν νικήσεις τη Μάιρα, τι μένει; Είσαι καλύτερος απ’ αυτήν; Ή απλώς ένας καινούριος δαίμονας;»
Η φωνή του εαυτού του αντήχησε σε όλο τον κόσμο εκείνο, βαρύς αντίλαλος που τρύπησε το μυαλό του.
Ο Ντομινίκ δίστασε, μα ύψωσε το βλέμμα.
«Δεν ζητάω λύτρωση, μόνο να τελειώσει ο κύκλος. Δεν θα γίνω ό,τι κυνηγάω.»
Η εικόνα του εαυτού του διαλύθηκε σε καπνό. Οι ρωγμές του ουρανού άρχισαν να γίνονται πιο λεπτές, το σκοτάδι να συρρικνώνεται. Ξαφνικά, στα ερείπια ενός παλιού σπιτιού, πρόβαλε η Μάιρα. Τα μάτια της έλαμπαν πιο χρυσά από ποτέ, το χαμόγελό της μια πληγή στο πρόσωπό της. Πίσω της, ο Λούσιαν, ή μήπως σκιά του; κρατούσε το χέρι της, φαινομενικά υπνωτισμένος.
«Για να σώσεις το παιδί σου, πρέπει να παραδώσεις εσύ την ψυχή σου. Είσαι έτοιμος;»
Ο Ντομινίκ ένιωσε όλο το βάρος της ενοχής, του πένθους και του θυμού να τον συντρίβει. Έσφιξε το παπουτσάκι με όλη του τη δύναμη, και πλησίασε.
«Αν αυτός είναι ο μόνος τρόπος, τότε ναι. Αλλά δεν θα φύγω χωρίς το παιδί μου.»
Η Μάιρα γέλασε, ένα γέλιο που έσπασε τον αέρα σαν γυαλί. Τα πάντα άρχισαν να στροβιλίζονται…η τελική σύγκρουση πλησίαζε.
~~~
Ο αέρας στην άβυσσο πάγωνε. Η Μάιρα έκανε πίσω, χαμογελώντας καθώς ο κόσμος γύρω τους γινόταν θολός καθρέφτης, γεμάτος σπασμένα είδωλα. Ο Ντομινίκ βρέθηκε ξαφνικά μόνος, σε ένα δωμάτιο γνώριμο, το παλιό τους σπίτι, πριν τη φωτιά. Όλα ακριβώς όπως πριν: τα βιβλία του, το παπούτσι του Λούσιαν στη γωνία, το φως να πέφτει χρυσό πάνω στο πρόσωπο της Έρικα.
«Καλώς ήρθες σπίτι» ψιθύρισε η φωνή της Έρικα, μα τα μάτια της έμοιαζαν άδεια.
Ο Ντομινίκ δίστασε. Τα πάντα ακίνητα, παγωμένα, σαν να περίμεναν την επιλογή του. Ο Λούσιαν τον κοίταζε σιωπηλά από την άλλη άκρη του τραπεζιού.
«Μπορείς να μείνεις εδώ», είπε η Έρικα. «Να μας κρατήσεις για πάντα. Αρκεί να ξεχάσεις τι κυνηγάς.»
Στον τοίχο, το ρολόι σταματημένο στη στιγμή της τραγωδίας. Η μυρωδιά της στάχτης αχνή, μα παρούσα. Ο Ντομινίκ άπλωσε το χέρι, να αγγίξει το χέρι του γιου του, μα το δέρμα του ήταν παγωμένο, άψυχο.
Γύρω του, οι σκιές πολλαπλασιάζονταν. Η Μάιρα εμφανίστηκε ξανά, αυτή τη φορά με πρόσωπο της Έρικα.
«Εδώ μπορείς να έχεις ό,τι σου στέρησε ο κόσμος. Αρκεί να αφήσεις πίσω την αποστολή, τη μνήμη, το μίσος σου.»
Ο Ντομινίκ ένιωσε τον πειρασμό να τον λυγίζει. Η λαχτάρα να γυρίσει πίσω τον χρόνο, να ξαναδεί την οικογένειά του, να ξεχάσει την απώλεια και το κενό.
Μα τότε, το φυλαχτό στη χούφτα του άναψε ζεστό, σαν αόρατο χέρι να τον τραβά έξω από τον λήθαργο. Θυμήθηκε τι σημαίνει ελευθερία και αγάπη: να τους αφήσει να φύγουν, να μην παγιδευτεί στη σκιά της ενοχής.
Έσπασε το ρολόι στον τοίχο. Το σκηνικό ράγισε. Η Έρικα και ο Λούσιαν του χαμογέλασαν θλιμμένα, μα αυτή τη φορά αληθινά.
Η Μάιρα ούρλιαξε, και ο κόσμος διαλύθηκε σε θραύσματα. Ο Ντομινίκ βρέθηκε ξανά στο ερειπωμένο τοπίο του μεταίχμιου μεταξύ ζωντανών και νεκρών, αλλά είχε κερδίσει κάτι σημαντικό, τη δύναμη να αντιστέκεται στις ψευδαισθήσεις της, την πίστη ότι μπορεί να νικήσει χωρίς να θυσιάσει την ψυχή του.
.jpg)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου