Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 12ο

 




Τα πάντα συσπειρώνονται γύρω από τη Μάιρα και τον Ντομινίκ. Το έδαφος κάτω από τα πόδια τους σπάζει, ανοίγοντας ρωγμές που οδηγούν στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Λούσιαν σφίγγει το χέρι του πατέρα, κοιτώντας πότε τον έναν, πότε τη Μάιρα, με βλέμμα γεμάτο φόβο και ελπίδα.



Η Μάιρα στέκεται απέναντί τους, τα ασημένια μαλλιά της φλέγονται σαν ψυχρός φως, τα μάτια της δύο χρυσά βάθη, πείνα και ενοχή ταυτόχρονα.



“Πίστεψες ποτέ ότι η αγάπη σώζει, κυνηγέ; Λυπάμαι… σε αυτόν τον τόπο, μόνο ο φόβος έχει δύναμη”.



Σηκώνει τα χέρια της. Σκιές ξεπετάγονται από το χώμα, τυλίγονται γύρω από τον Ντομινίκ και τον Λούσιαν, σφυρίζοντας με φωνές των χαμένων.



Ο Ντομινίκ σπρώχνει τον γιο του πίσω.  

“Μη φοβάσαι, Λούσιαν. Θυμήσου μόνο πόσο σ’ αγαπάμε.”



Γυρίζει στη Μάιρα, το φυλαχτό του αστράφτει με το φως της μνήμης, της αγάπης, της απώλειας και της ελπίδας μαζί.  

“Δεν είμαι πια εδώ από εκδίκηση. Είμαι εδώ για να τελειώσει αυτό. Για να ελευθερωθούμε όλοι.”



Η Μάιρα ορμά, μα η επίθεσή της σκοντάφτει στο φως που εκπέμπει το φυλαχτό. Τα ουρλιαχτά των σκιών δυναμώνουν, το σκοτάδι πιέζει, μα ο Ντομινίκ στέκεται όρθιος, προτάσσοντας το φυλαχτό και το παπουτσάκι.



“Η αγάπη δεν είναι αδυναμία, Μάιρα! Είναι ό,τι μας κρατά ανθρώπινους!”



Οι σκιές τρεμοπαίζουν, η Μάιρα αφήνει μια κραυγή που σπάει τον αέρα. Για μια στιγμή, το ανθρώπινο πρόσωπό της αναβοσβήνει πίσω από το προσωπείο του τέρατος με θλίψη, λαχτάρα, χαμένη ελπίδα.



Ο Ντομινίκ κάνει το τελευταίο βήμα, πλησιάζοντάς την.  

“Δεν έχει μείνει τίποτα να φοβάσαι. Δεν θα σε κρίνω. Μόνο ελευθέρωσε μας.”



Η Μάιρα διστάζει. Το σκοτάδι γύρω της αρχίζει να καταρρέει, οι σκιές τραβιούνται με ήχο σαν δάκρυ που κυλά σε μάρμαρο.



Με μια απελπισμένη κίνηση, προσπαθεί να μπει ξανά στο μυαλό του, να του προσφέρει τον πειρασμό: «Μπορώ να σου δώσω πίσω τα πάντα. Την Έρικα, τον Λούσιαν, το σπίτι όπως ήταν…»



Ο Ντομινίκ κλείνει τα μάτια, μια δάκρυα κύλα στο μάγουλο, μα το φυλαχτό καίει ακόμα στο χέρι του.  

“Οι νεκροί ανήκουν αλλού πια. Δεν θέλω πια τίποτα παρά ελευθερία για όλους μας.”



Η Μάιρα ουρλιάζει, κι η κραυγή της γεμίζει το χώρο με φως και σκοτάδι ταυτόχρονα. Οι σκιές διαλύονται, το σώμα της αρχίζει να θρυμματίζεται, το ανθρώπινο πρόσωπο χαράζεται πάνω της για μια τελευταία στιγμή.



“Ευχαριστώ… ακούγεται η φωνή της, σχεδόν ψίθυρος.”



Το σκοτάδι καταρρέει, ο κόσμος ξεθωριάζει, και ο Ντομινίκ κρατά τον Λούσιαν σφιχτά δίπλα του, με το φυλαχτό να πάλλεται σαν καρδιά.



Όταν η θύελλα τελειώνει, στέκονται μόνοι στο φως με τη σιωπή βαριά, αλλά καθάρια. Ο κύκλος έχει σπάσει. Οι ψυχές ησυχάζουν για πρώτη φορά μετά από αιώνες.





Ο κόσμος είχε ησυχάσει. Η φωνή της Μάιρα είχε χαθεί, το τοπίο γύρω τους έμοιαζε είτε με όνειρο είτε με αυγή. Ο Ντομινίκ γονάτισε και κοίταξε τον Λούσιαν στα μάτια, κρατώντας το μικρό παπουτσάκι ανάμεσά τους.



“Μικρέ μου… Συγγνώμη που άργησα. Συγγνώμη για όλα.”



Ο Λούσιαν ακούμπησε το χέρι του στο μάγουλο του πατέρα του.  

“Δεν άργησες, μπαμπά. Ήρθες ακριβώς όταν σε χρειάστηκα.”



Ο Ντομινίκ χαμογέλασε πικρά, δάκρυα κυλούσαν χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνει.  

“Φοβήθηκα ότι θα σε χάσω για πάντα. Ότι το σκοτάδι θα μας χωρίσει.”



“Το σκοτάδι φεύγει, είπε ο Λούσιαν, όταν δεν το φοβάσαι πια. Εσύ με κράτησες. Εσύ μου έδωσες φως.”



Για λίγο, έμειναν αγκαλιασμένοι, με τις σκιές να σβήνουν σιγά-σιγά και το φως να απλώνεται γύρω τους.



Ο Ντομινίκ σήκωσε το φυλαχτό, το πέρασε στο λαιμό του γιου του.  

“Αυτό θα σε προστατεύει, όπου κι αν πας. Θυμήσου: πάντα θα είμαι μαζί σου. Στη μνήμη, στο φως, στην αγάπη.”



Ο Λούσιαν έκλεισε τα μάτια και έγειρε στο στήθος του πατέρα του.



“Πάμε σπίτι, μπαμπά;”



Ο Ντομινίκ σηκώθηκε αργά, πήρε το χέρι του παιδιού, και μαζί έκαναν το πρώτο βήμα έξω από το όνειρο, έξω από το σκοτάδι, προς μια νέα αρχή.



~~~



Λίγο φως έσβηνε ακόμη το σκοτάδι, καθώς ο Ντομινίκ και ο Λούσιαν διέσχιζαν τον οριακό χώρο για τελευταία φορά. Τα βήματά τους αντηχούσαν σε έναν κόσμο που άλλαζε με τις στάχτες μετατρέπονταν σε χορτάρι, σκιές σε πιτσιλιές ήλιου. Στη μακρινή άκρη, το περίγραμμα ενός σπιτιού, αχνό και φιλόξενο, μαρτυρούσε πως κάθε τέλος κρύβει έναν καινούριο δρόμο.



Πίσω τους, το φυλαχτό λαμποκοπούσε αχνά στο στήθος του Λούσιαν, σαν υπόσχεση. Οι ψίθυροι των χαμένων είχαν σιγήσει. Το βάρος της ενοχής είχε γίνει μνήμη και όχι πληγή.



Ο Ντομινίκ κοίταξε μια τελευταία φορά πίσω, αναζητώντας τη μορφή της Μάιρας στο φως της αυγής. Δεν υπήρχε τίποτα πια παρά μόνο η αίσθηση μιας λύτρωσης που ήρθε ακριβά, αλλά έσπασε τον κύκλο.



Ο ήλιος ανέτειλε, φωτίζοντας το πρόσωπο του γιου του.  

Ο Ντομινίκ χαμογέλασε, έσφιξε το χέρι του Λούσιαν και προχώρησαν μαζί, αφήνοντας πίσω τους τη νύχτα.



Και κάπου, μακριά στους αιώνες, μια φωνή ψιθύρισε,  όχι από σκοτάδι μα από ανάμνηση:  

«Δεν είμαστε για πάντα χαμένοι. Κάποιος πάντα θα βρει το δρόμο…»



Τέλος






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Ανθίζοντας στο καταχείμωνο