Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 9ο
Ο Ντομινίκ προχωρά σε ένα διάδρομο που στενεύει, ώσπου το έδαφος εξαφανίζεται και εμφανίζεται ένα τεράστιο, μαύρο κάτοπτρο. Μέσα στο γυαλί βλέπει τον εαυτό του ντυμένο με τα ρούχα της Μάιρα και στα μάτια του καίει το ίδιο χρυσό φως, στα χέρια του στάζουν σκιές.
Το είδωλο μιλά με τη φωνή του, αλλά με τη σκληρότητα της Μάιρα,
«Τελικά, κυνηγέ, ό,τι φοβάσαι το γίνεσαι. Κάθε ψυχή που έστειλες στη λήθη, κάθε φορά που προχώρησες χωρίς αμφιβολία… Ίδιοι είμαστε.»
Το κάτοπτρο ραγίζει και το είδωλο περνά από μέσα, παλεύοντας με τον Ντομινίκ. Οι δυο τους κυλιούνται στο έδαφος, ο ένας προσπαθεί να πνίξει τον άλλο.
Ο Ντομινίκ νιώθει το σκοτάδι να τον τραβά. Θυμάται όμως τη φωνή της Έρικα: «Η αγάπη δεν είναι εκδίκηση». Με μια ύστατη προσπάθεια, αφήνει το μίσος και το σκοτάδι να περάσουν πάνω του δίχως να τα πολεμήσει. Το είδωλο διαλύεται σε καπνό.
~~~
Ο χώρος αλλάζει. Ο Ντομινίκ βρίσκεται τώρα σε μια μεγάλη, κυκλική αίθουσα. Στους τοίχους αιωρούνται μπουκάλια, μέσα τους παγιδευμένες ψυχές: πρόσωπα που κραυγάζουν σιωπηλά, ανάμεσά τους μορφές που κάποτε είχε σώσει ή αποτύχει να σώσει, ακόμα κι ένα παιδί με μάτια σαν του Λούσιαν.
Πλησιάζει μία μορφή, ένας παλιός αδελφός της Ασημένια Λάμας που είχε θυσιαστεί για χάρη του.
«Ήσουν άξιος της θυσίας μου ή απλώς με εκμεταλλεύτηκες; Γιατί εσύ ζεις κι εγώ όχι;»
Οι ψυχές τον καλούν να ανοίξει τα μπουκάλια, να διορθώσει τα λάθη του. Ο πειρασμός μεγάλος, να σπάσει τη σφραγίδα, να απελευθερώσει τις ψυχές και να ριχτεί ο ίδιος στη φυλακή.
Ο Ντομινίκ πλησιάζει ένα μπουκάλι και βλέπει το ίδιο του το παιδί μέσα. Η φωνή της Μάιρα ψιθυρίζει,
«Θυσίασε εσένα για να ζήσει αυτός. Ή θυσίασε εκείνον για να περάσεις παραπέρα.»
Αντιστέκεται στον πειρασμό. Σκύβει το κεφάλι και ψιθυρίζει λόγια συγχώρεσης και αποδοχής για όσους χάθηκαν. Δεν αφήνει τον εαυτό του να παρασυρθεί από την ενοχή. Ένα μετά το άλλο, τα μπουκάλια αρχίζουν να σβήνουν. Αποδοχή, όχι λύτρωση μέσω αυτοτιμωρίας.
Η αίθουσα διαλύεται, κι ο Ντομινίκ βγαίνει πιο δυνατός, ξέροντας ότι η ενοχή δεν λυτρώνει, μόνο η δράση και η αποδοχή του παρελθόντος.
Οι σκιές διαλύονται, το μεταίχμιο βυθίζεται στη σιωπή. Ο Ντομινίκ στέκεται λαχανιασμένος, με το φυλαχτό του να καίει στο χέρι του και τα μάτια του βυθισμένα στην άβυσσο γύρω του. Ξαφνικά, η Μάιρα τον πλησιάζει, το βλέμμα της φλογισμένο, αβέβαιο ανάμεσα στην αλαζονεία και μια ανεπαίσθητη αγωνία.
Ο Ντομινίκ σηκώνει το κεφάλι ψηλά, ο τόνος του κάπως άκαμπτος, σχεδόν τρυφερός και μέσα στην πρόκληση,
«Γνωρίζω για σένα, Μάιρα. Ξέρω ποια ήσουν. Κι αναρωτιέμαι… Είσαι ακόμα εκείνη η γυναίκα που θυσίασε τα πάντα για τους δικούς της; Ή σε κατάπιε πια το σκοτάδι που τόσο φοβήθηκες;»
Για μια στιγμή τα μάτια της Μάιρα τρεμοπαίζουν. Οι σκιές γύρω τους παγώνουν. Χωρίς να το θέλει, το βλέμμα της χάνεται μακριά, κάπου πίσω στους αιώνες.
.jpg)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου