Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 2ο

 


Δέκα χρόνια πριν


Στο μικρό τους διαμέρισμα, το πρωινό φως έμπαινε από τις γρίλιες, χρωματίζοντας τα βιβλία και τα χαρτιά του Ντομινίκ με ζεστά, χρυσαφένια ρίγη. Κάθε γωνιά είχε το άγγιγμα της Έρικα. Ένα βάζο με άγρια λουλούδια στο τραπέζι, μια κούπα με μισοτελειωμένο τσάι στο περβάζι.

Η Έρικα πλησίασε με νωχελικό βήμα, κρατώντας δύο φλιτζάνια καφέ. Κάθισε δίπλα του, στηρίζοντας το πηγούνι στον ώμο του.

« Διαβάζεις πάλι για ανύπαρκτους δαίμονες ή για κάτι που μπορεί να σε αφήσει να κοιμηθείς απόψε; τον πείραξε γελώντας.»

« Κάτι τέτοιο, ναι» είπε ο Ντομινίκ, προσπαθώντας να μην χαμογελάσει. «Αν βρω τι φοβίζει τα αρχαία πνεύματα, ίσως γίνω κι εγώ λίγο πιο γενναίος.»

Η Έρικα χάιδεψε τα μαλλιά του, τα μάτια της γεμάτα στοργή.

« Είσαι ήδη γενναίος, αλλά μην ξεχνάς να ξεκουράζεσαι λίγο. Το πολύ διάβασμα κάνει κακό στην φαντασία.»

Το μεσημέρι περπατούσαν μαζί στην αγορά, ανάμεσα σε φωνές και μυρωδιές φρέσκου ψωμιού. Η Έρικα διάλεγε φρούτα με προσοχή.

« Πρόσεχε, μη διαλέξεις άγουρα,» είπε στον μανάβη. «Ο άντρας μου δεν ξέρει να ξεχωρίζει ούτε μήλο από ροδάκινο.»

«Νόμιζα πως το δυνατό μου σημείο ήταν το κοκτέιλ φρούτων», αστειεύτηκε ο Ντομινίκ.

«Το δυνατό σου σημείο είναι το χαμόγελό σου», είπε η Έρικα και του έκλεισε το μάτι.

Το βράδυ, καθισμένοι αγκαλιά στον μικρό καναπέ, άκουγαν βροχή να χτυπά το τζάμι. Ο Ντομινίκ διάβαζε αποσπάσματα από τα χειρόγραφά του, κι εκείνη διορθωνε τα λάθη του γελώντας.

«Πρόσεχε, αν γράψεις άλλη μια φορά «σκιές που ψιθυρίζουν», θα σου απαγγείλω ποιήματα όλο το βράδυ, τον πείραξε.»

«Μόνο αν μου πεις ξανά εκείνο με τον λύχνο που δεν σβήνει ποτέ», απάντησε εκείνος.

Η Έρικα του χάιδεψε το πρόσωπο.

« Ο λύχνος δεν σβήνει, όσο υπάρχει αγάπη.»

Και μια μέρα, η Έρικα γύρισε σπίτι με ένα μικρό δέμα στα χέρια και μάτια που γελούσαν.

« Ντομινίκ, είπε χαμηλόφωνα, νομίζω πως ήρθε η ώρα να γίνουμε περισσότεροι.»

Σήκωσε το δέμα και ένα ζευγάρι μικροσκοπικά παπουτσάκια ακούμπησαν στα χέρια του Ντομινίκ. Τα μάτια της έλαμπαν.

« Περιμένουμε παιδί...»

Ο κόσμος του Ντομινίκ γέμισε με ήλιο. Ένιωσε να σβήνουν οι σκιές, έστω και για λίγο.






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Δίδυμη πληγή | Εισαγωγή