Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 4ο
Τέσσερα χρόνια πριν
Το σπίτι τους έσφυζε από ζωή, γεμάτο ζεστό φως και χαρούμενες φωνές. Πολύχρωνα χαρτόνια και κορδέλες κρέμονταν από τα ράφια, ενώ στο τραπέζι της κουζίνας είχαν απλωθεί καπελάκια, σερβίτσια με ζωάκια και ένα μεγάλο τραπεζομάντηλο με ήρωες παραμυθιών. Στον αέρα πλανιόταν η μυρωδιά από σπιτικά γλυκά και φρεσκοψημένα κουλουράκια.
Η Έρικα έτρεχε από δωμάτιο σε δωμάτιο, γελώντας και σιγοτραγουδώντας, ενώ ο Ντομινίκ στερέωνε μπαλόνια πάνω από την πόρτα. Στο σαλόνι, τα παιχνίδια του μικρού Λούσιαν είχαν στηθεί σε κύκλο, έτοιμα για τους μικρούς καλεσμένους. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό, αφήνοντας φρέσκο αέρα και φως να πλημμυρίζουν το χώρο, ανακατεύοντας τα πολύχρωμα κομφετί που είχαν ήδη σκορπιστεί στο πάτωμα.
Η κουζίνα ήταν το κέντρο των ετοιμασιών ενώ μια τούρτα με πέντε κεράκια στόλιζε τον πάγκο με το όνομα του Λούσιαν γραμμένο με σοκολάτα στην άκρη. Τα ράφια ήταν γεμάτα μικρά δώρα όπως βιβλία, ξύλινα ζωάκια, μινιατούρες τρένων που περίμεναν να μοιραστούν στα παιδιά.
Ο ήλιος έλουζε το σαλόνι και η καρδιά του σπιτιού χτυπούσε δυνατά, ανυπομονώντας για το γέλιο και τις φωνές της παρέας που ερχόταν να γιορτάσει τη χαρά των πέντε χρόνων του Λούσιαν.
Καθώς οι τελευταίες γιρλάντες κρεμιόνταν, μια απλή διαφωνία μεγάλωσε. Η Έρικα τον κατηγόρησε πως αφιέρωσε ώρες στα βιβλία του και όχι στην οικογένειά τους ειδικά τέτοια μέρα. Ο Ντομινίκ, κουρασμένος, αγρίεψε. Τα λόγια τους, σκληρά και κοφτά, αντήχησαν στην κουζίνα ανάμεσα στα στολίδια και τις μυρωδιές.
« Δεν με ακούς ποτέ, Έρικα… Σου μιλάω και είναι σαν να μιλάω σε τοίχο!»
« Εγώ; Εγώ είμαι πάντα εδώ, Ντομινίκ! Εσύ πού είσαι; Πάντα ψάχνεις κάτι κρυμμένο, κάτι πέρα από μας...»
Η φωνή της έσπασε και εκείνος χτύπησε την πόρτα πίσω του. Ο αέρας έξω ήταν παγωμένος, ο ουρανός βαρύς. Περπάτησε, άκουσε μόνο τα βήματά του και προσπάθησε να καταπιεί τη θύελλα μέσα του. Τρεις ώρες χαμένες, με το κεφάλι σκυφτό, ώσπου τον έπνιξε η ενοχή.
Όταν γύρισε, η μυρωδιά της φωτιάς τον χτύπησε πριν καλά καλά δει τα φώτα των πυροσβεστικών. Το σπίτι είχε γίνει στάχτη, το πάρτι σβησμένο πριν αρχίσει. Πυροσβέστες έβγαζαν ένα καμένο σώμα. Τα μαλλιά, το χέρι…ήταν η Έρικα, την αναγνώρισε μόνο από το δαχτυλίδι της.
Η κραυγή του χάθηκε μέσα στη στάχτη και τον σιωπηλό καπνό που έπνιγε τα πάντα.
Καθώς ο Ντομινίκ έστεκε γονατιστός στη στάχτη, με τα φώτα των πυροσβεστικών να βάφουν το σκοτάδι κόκκινο, κάτι πάγωσε το αίμα του. Στην άκρη του δρόμου, πίσω από τον καπνό και τις σπασμένες κορδέλες, στεκόταν μια γυναίκα με ασημένια μαλλιά που άστραφταν κάτω από τα φώτα και μάτια χρυσά, φωτεινά σαν δυο πληγές στη νύχτα. Η Μάιρα.
Στο πλάι της, ο Λούσιαν. Το χεράκι του χωμένο στη δική της χούφτα, το βλέμμα του χαμένο, υπνωτισμένο σχεδόν. Η Μάιρα γύρισε ελαφρά το κεφάλι, τα μάτια της καρφώθηκαν πάνω στον Ντομινίκ για μια παγωμένη στιγμή και ένα χαμόγελο που δεν ήταν αληθινό.
Χωρίς να πουν λέξη, η Μάιρα και ο Λούσιαν απομακρύνθηκαν αργά μέσα στη νύχτα. Τα χρυσά της μάτια έσβησαν τελευταία, καθώς το σκοτάδι τους κατάπινε και χάνονταν για πάντα από το βλέμμα του Ντομινίκ.
.jpg)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου