Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 7ο

 



Το ξωκλήσι αναστέναζε κάτω από το βάρος του χρόνου και της μαγείας. Ο Ντομινίκ στάθηκε στην πύλη, το χέρι του σφιγμένο γύρω από το παπουτσάκι. Η ανάσα του έβγαινε βαριά, υγρή. Η πέτρα κάτω από τα πόδια του ήταν παγωμένη, γεμάτη χαρακιές: σύμβολα προειδοποίησης, ξεχασμένες γλώσσες. Μια παράξενη σιωπή σκέπασε τα πάντα, ούτε άνεμος, ούτε ζώα, μόνο το σφυροκόπημα της καρδιάς του.


Έκανε το πρώτο βήμα μέσα στο ξωκλήσι. Η πόρτα έκλεισε πίσω του, βαριά, σαν να σφράγιζε τον κόσμο έξω. Το φως του φεγγαριού χόρευε πάνω στα σπασμένα εικονίσματα. Στο κέντρο, ένας παλιός βωμός, σκεπασμένος με στάχτες. Η ατμόσφαιρα πυκνή και ηλεκτρισμένη.


Ξαφνικά, η θερμοκρασία έπεσε απότομα. Η ανάσα του έγινε ατμός. Από τις σχισμές των τοίχων άρχισε να βγαίνει ομίχλη, μαύρη και πυκνή, που απλωνόταν γύρω του σαν δάχτυλα. Τα σύμβολα έλαμψαν αδύναμα, μια τελευταία άμυνα ενάντια στο άγνωστο.


Ο Ντομινίκ ένιωσε το βάρος του παρελθόντος να τον τραβά, οι φωνές της Έρικα και του Λούσιαν αντηχούσαν στα αυτιά του, άλλοτε γλυκές, άλλοτε γεμάτες πόνο. Το παπουτσάκι άρχισε να ζεσταίνεται στο χέρι του, σαν να το κρατούσε κάποιος άλλος.


Μια ρωγμή άνοιξε στο πάτωμα. Από μέσα της, σκοτάδι καθαρό, απύθμενο. Ο βωμός άρχισε να τρέμει. Ο Ντομινίκ ένιωσε το έδαφος να λιώνει και, πριν προλάβει να αντισταθεί, το σώμα του βυθίστηκε στη μαύρη ομίχλη.


Έπεφτε. Το σώμα και το μυαλό του διαλύονταν σε αναμνήσεις, τρόμο και ενοχές. Σκιές σαν φιγούρες έγλειφαν το δέρμα του, ψιθυρίζοντας μυστικά από άλλο κόσμο. Για μια φευγαλέα στιγμή, είδε τον Λούσιαν να του χαμογελά ή μήπως χαμογελούσε η Μάιρα με το πρόσωπο του γιου του;


Με μια τελευταία προσπάθεια, αγκάλιασε το παπουτσάκι και επικαλέστηκε τις τεχνικές της Αδελφότητας…τις λέξεις της προστασίας. Το σκοτάδι υποχώρησε ελάχιστα, και ξαφνικά προσγειώθηκε γονατιστός σε έναν τόπο που δεν ανήκε στη γη.


Ο ουρανός ήταν γεμάτος μαύρες ρωγμές. Το έδαφος έμοιαζε με στάχτη και σπασμένα παιχνίδια, χαμένα αντικείμενα από ξεχασμένες ζωές. Σκιές περπατούσαν άναρχα, χωρίς μάτια, χωρίς στόμα. Μπροστά του, μια πόρτα αιωρούνταν στον αέρα, μέσα της φλόγιζε το χρυσό φως της Μάιρα.


Και μέσα στο φως, μια παιδική φιγούρα.

«Λούσιαν;» ψιθύρισε ο Ντομινίκ, και ο απόηχος της φωνής του χτύπησε όλες τις διαστάσεις του τόπου.


Η δοκιμασία του στο μεταίχμιο είχε μόλις αρχίσει.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Δίδυμη πληγή | Εισαγωγή