Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 5ο

 



Ο αέρας ήταν βαρύς, γεμάτος προσμονή και ιδρώτα φόβου. Ο Ντομινίκ περπατούσε πλάι στον Σάλο, τον άντρα που προοριζόταν για τη θυσία. Ο Σάλο έδειχνε γαλήνιος, σχεδόν λαμπερός κάτω από το αμυδρό φως των φαναριών. Τα βήματά τους βούλιαζαν στη λάσπη του δάσους, καθώς η πομπή προχωρούσε σιωπηλή.


Ξαφνικά, ο Σάλο γύρισε προς τον Ντομινίκ, τα μάτια του γεμάτα γνώση που δεν άρμοζε στην περίσταση.

« Αυτός που ψάχνεις δεν είναι εδώ…»

Ο Ντομινίκ δεν απάντησε. Κράτησε το βλέμμα του χαμηλά, σφίγγοντας τη λαβή του μανδύα, κάτω από τον οποίο έκρυβε το όπλο.


Στο ξέφωτο, οι πιστοί σχημάτισαν κύκλο. Η αρχιέρεια τραγούδησε ένα παράξενο άσμα, κι ο αέρας γέμισε ηλεκτρισμό. Η νύχτα πάγωσε, σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Μέσα από τις σκιές ξεπρόβαλε η Μάιρα με τα ασημένια μαλλιά της ανέμιζαν σαν να τα φυσούσε άνεμος που δεν υπήρχε, και τα χρυσά μάτια της φώτιζαν τον κύκλο με απειλητική λάμψη.


Άπλωσε το χέρι της, μαύρα νύχια σαν νεκρωμένη σάρκα, και άγγιξε το μέτωπο του Σάλο. Ένα ουρλιαχτό ψυχής σκίστηκε στον αέρα. Όχι από τα χείλη του, αλλά από τα βάθη του. Η ψυχή του άρχισε να βγαίνει. Φως, αίμα και σκιά μαζί, τραβηγμένα από αόρατες δυνάμεις. Η Μάιρα χαμογέλασε στραβά και έκλεισε την ψυχή του μέσα σε ένα σκοτεινό, κρυστάλλινο δοχείο.


Τη στιγμή που η ψυχή φυλακίστηκε, κύμα ευφορίας κατέκλυσε τον κύκλο. Οι γέροι ένιωσαν τα κόκαλά τους να ελαφραίνουν, ρυτίδες σβήστηκαν απ’ τα πρόσωπα τους, τα μάτια τους άστραψαν με νεανικό φως. Οι νεότεροι ένιωσαν τη δύναμη να ξεχειλίζει, οι φλέβες τους να πάλλονται. Στο κέντρο, ο Ντομινίκ παρέμεινε ψυχρός, κενός, ξένος μέσα στη φρενίτιδα.


Κάτω απ’ τον μανδύα, τα δάχτυλά του έσφιξαν το όπλο με τις σφαίρες γεμάτες αγιασμό. Στο χάος της απόλαυσης και του τρόμου, γλίστρησε αθόρυβα πιο κοντά στη Μάιρα. Η ανάσα του ήταν ήρεμη, τα μάτια του παγωμένα και αποφασιστικά. Όταν όλοι παραδοθήκαν στη μέθη της αθανασίας, ο Ντομινίκ έφερε το όπλο στο ύψος της Μάιρα  και τράβηξε τη σκανδάλη.


Για μια φευγαλέα στιγμή, καθώς το δάχτυλό του πάτησε τη σκανδάλη, ο Ντομινίκ ένιωσε όλο το βάρος του παρελθόντος να τον συνθλίβει. Το πρόσωπο του Λούσιαν, τα μάτια της Έρικα, το σπίτι χαμένο στη στάχτη, όλα αναβόσβησαν μέσα του μαζί με το μίσος και την ενοχή. Ήθελε να τελειώσει με τη Μάιρα, μα ταυτόχρονα τα χέρια του έτρεμαν. Αν αυτή ήταν η μοναδική του ευκαιρία για λύτρωση; Αν το μίσος τον είχε κάνει όμοιο με το τέρας που κυνηγούσε;


Η έκρηξη του όπλου διέκοψε τις σκέψεις του. Η σφαίρα χτύπησε τη Μάιρα στο στήθος. Ο αέρας σείστηκε και ένα κύμα σκοτεινής ενέργειας τινάχτηκε προς τα πίσω, οι φλόγες των κεριών τρεμόπαιξαν και τα ουρλιαχτά των πιστών αντήχησαν στο δάσος. Η Μάιρα ούρλιαξε, μια φωνή που έσχιζε την πραγματικότητα, ενώ μαύρο αίμα άρχισε να στάζει πάνω στο έδαφος.


Τα μάτια της γύρισαν στον Ντομινίκ, φωτιά και χρυσάφι, γεμάτα μίσος και αναγνώριση.  

«Κυνηγέ... ψιθύρισε, σχεδόν με θαυμασμό και απόγνωση ταυτόχρονα. Δεν είσαι ένας από εμάς.»


Οι πιστοί κατάλαβαν και οι ψίθυροι διαχύθηκαν σαν παγωμένο κύμα. Ο Ντομινίκ τράβηξε το μανδύα του, αποκαλύπτοντας το σύμβολο της Αδελφότητας της Λάμας στο στήθος του, ασημένιο και λαμπερό.


Η Μάιρα λύγισε αλλά δεν έπεσε. Η μορφή της άρχισε να παραμορφώνεται, το φως να σκοτεινιάζει γύρω της. Οι σκιές του δάσους χύθηκαν προς το μέρος του, οι πιστοί φώναζαν και σκόνταφταν, άλλοι έτρεχαν να σωθούν, άλλοι ούρλιαζαν παρακλητικά το όνομά της.


Ο Ντομινίκ, με το όπλο να τρέμει στο χέρι, έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Το βλέμμα του πέτρινο, αλλά μέσα του το κενό. Είχε πλησιάσει το σκοτάδι τόσο πολύ που δυσκολευόταν να θυμηθεί πού τελείωνε εκείνος και πού άρχιζε ο εχθρός του.


Ο άνεμος σήκωσε τις στάχτες, ο κύκλος διαλύθηκε, και η κραυγή της Μάιρα έσβησε μέσα στη νύχτα. Ένα κρύο φως έπεσε πάνω στον Ντομινίκ και, πίσω του, οι σκιές κινήθηκαν γρήγορα…ήταν μόνο η αρχή.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Δίδυμη πληγή | Εισαγωγή