Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 10ο

 




Οι σκιές πάγωσαν. Ο κόσμος γύρω διαλύθηκε σε αργή κίνηση, σαν η ανάσα του Ντομινίκ να είχε τραβήξει το πέπλο από τη μνήμη της Μάιρας. Για μια φευγαλέα στιγμή, ο ίδιος αισθάνθηκε να βλέπει μέσα από τα μάτια της. Ένα χωριό χαμένο στο χρόνο, φωτισμένο από θλιβερά φανάρια και τη σιωπηλή αγωνία μιας κοινότητας που ψυχορραγεί.


Η φωνή της Μάιρα ακούστηκε μακρινή. Μια φωνή άλλης εποχής, πριν το σκοτάδι τη διαβρώσει,

«Θυμάμαι το χιόνι εκείνης της χρονιάς… πώς σκέπαζε τα πάντα, ακόμα κι εμάς που νομίζαμε πως ήμασταν ασφαλείς…»


Η συνείδηση του Ντομινίκ βυθίστηκε στον ιστό των δικών της αναμνήσεων.


~~~


Το χωριό της, χαμένο μέσα στα αρχαία δάση, βυθίζεται στο σκοτάδι του χειμώνα. Τα κρεβάτια γεμάτα άρρωστα παιδιά, οι γυναίκες να σιγοκλαίνε στα κατώφλια. Κανένα βότανο, κανένα ξόρκι δεν φέρνει λυτρωμό. Η ίδια ξεμακραίνει μέσα στη νύχτα, το πανωφόρι της φθαρμένο, τα χέρια της να τρέμουν από την αγωνία, όχι το κρύο. Στη σκηνή της, τα ράφια γεμάτα βάζα, ξεραμένα χόρτα και κεριά που τρεμοσβήνουν.


Ο γηραιότερος της αδελφότητας μπαίνει χωρίς να χτυπήσει. Τα μάτια του σκοτεινά, γερασμένα από την ευθύνη.  

«Μάιρα, πρέπει να μάθεις να αφήνεις τους νεκρούς. Δεν είναι όλοι οι αγώνες για μας.»  

« Δεν έχω άλλη επιλογή. Δεν μπορώ να τους δω να χάνονται έτσι…»  

« Μερικές πόρτες, αν ανοιχτούν, δεν ξανακλείνουν ποτέ.»


Η Μάιρα κάθεται στο τραπέζι με το παλιό χειρόγραφο. Οι σελίδες του μουσκεμένες από δάκρυα και κερί. Διστάζει, αλλά η κραυγή μιας μητέρας, τη σπρώχνει πέρα από τους όρκους της.


Τη νύχτα της τελετής, συγκεντρώνει τα απαραίτητα: αίμα κότας, στάχτη, μια δέσμη μαλλιών από το πρώτο παιδί που πέθανε. Φωνάζει τα παλιά λόγια και τα δέντρα έξω σείονται, ο αέρας πυκνώνει.  

« Ό,τι ζητώ, ας δοθεί. Ό,τι πάρω, ας πληρωθεί.»


Στον κύκλο των κεριών, το σκοτάδι ζωντανεύει. Ένα ρίγος διαπερνά τα κόκκαλά της. Ένα άκουσμα, σαν ψίθυρος μέσα από το πάγο

«Πεινάω… Τι προσφέρεις;»


Η Μάιρα, τρέμοντας, προσφέρει τη δική της ψυχή…ή έτσι νομίζει. Μα το ον που απαντά δεν αρκείται σε λόγια. Ξεκινά να σέρνει ψυχές από το χωριό, τα παιδιά σταματούν να ανασαίνουν στον ύπνο τους, οι άρρωστοι χάνουν το βλέμμα τους. Η αρρώστια φεύγει, μα τη θέση της παίρνει μια σιωπή, μια βαριά σκιά που πλακώνει τα σπίτια.


Η Μάιρα το βλέπει, αδυνατεί να το σταματήσει. Οι σύντροφοί της στην αδελφότητα, αντιλαμβάνονται τι έκανε. Την περικυκλώνουν στο ιερό των δασών. Το βλέμμα τους γεμάτο θλίψη και τρόμο.

«Για κάθε ζωή που διεκδίκησα, μια ψυχή χάθηκε στο σκοτάδι…» ψιθυρίζει.


Ο γηραιότερος σηκώνει το ραβδί του.  

«Μας καταδίκασες όλους, Μάιρα.»


Κάποιος ουρλιάζει έξω, ακόμη ένα παιδί που χάθηκε. Η Μάιρα, γονατιστή, θρηνεί για τους νεκρούς, για το ίδιο της το λάθος.  

«Πάρτε τη ζωή μου… Κλείστε το πέρασμα!»  

«Μα η θυσία σου δεν αρκεί πια.»


Η πρώτη νύχτα τελειώνει με φωτιά και θρήνο. Η πείνα του όντος έχει ριζώσει πια. Η Μάιρα, γεμάτη ενοχή, στέκεται μόνη στην άκρη του δάσους, το σκοτάδι μέσα της να θεριεύει. Και ξέρει ότι το τίμημα μόλις ξεκίνησε.


~~~


Η αυγή βρήκε το χωριό σιωπηλό και άψυχο. Η Μάιρα, εξαντλημένη, περπατούσε ανάμεσα στα σπίτια, μετρώντας τις απώλειες. Κάθε πόρτα που άνοιγε αποκάλυπτε άλλο ένα άδειο βλέμμα, άλλο ένα άδικο τέλος. Ο αέρας μύριζε κερί και στάχτη· το χιόνι είχε κοκκινίσει σε κάποια σημεία, σαν να τραβούσε το αίμα στο φως της μέρας.


Οι σύντροφοί της στην αδελφότητα τη βρήκαν γονατιστή μπροστά στο ιερό δέντρο, τα μάτια της χαμένα σ’ ένα σημείο ανάμεσα στο φόβο και την ενοχή.


«Μάιρα», ψέλλισε ο γηραιότερος, «το κακό δεν ξεδιψά με μία θυσία. Πρέπει να σφραγίσουμε την πύλη προτού χαθεί κάθε ίχνος ανθρώπου εδώ.»


Εκείνη έγνεψε, πνιγμένη στην ντροπή της.  

«Την άνοιξα εγώ, εγώ θα πληρώσω το τίμημα.»


Οι εναπομείναντες αδελφοί άρχισαν την αρχαία τελετή με στάχτες, αίμα, ψίθυροι που στρέβλωναν τον αέρα. Στο επίκεντρο αυτής της ιεροτελεστίας, η Μάιρα προσφέρθηκε ως δοχείο. Οι δυνάμεις την τύλιξαν, το δέρμα της χάραξε μια μαύρη φλόγα, ανεξίτηλη.


Όμως το κακό δεν ικανοποιήθηκε. Χρειάστηκε κάτι περισσότερο...Στο τέλος, η αδελφότητα θυσίασε και τους ίδιους· ένας μετά τον άλλον έπεφταν στο έδαφος, οι ψυχές τους τραβιούνταν από το ον που παραμόνευε ανάμεσα στους κόσμους.


Η πύλη σφραγίστηκε, μα η Μάιρα δεν απελευθερώθηκε ποτέ. Ξύπνησε μόνη, ανάμεσα σε στάχτες και παγωμένες στάλες αίματος, με το σημάδι να καίει στην πλάτη και μια δίψα που δεν της ανήκε. Από εκείνη τη στιγμή, ήξερε τι είχε γίνει... Φύλακας-δοχείο, μερίδιο δαίμονα και ανθρώπου, ούτε ζωντανή ούτε νεκρή. Για να συγκρατεί το ον, έπρεπε να του προσφέρει κι άλλες ψυχές. Όσο πιο έντονος ο φόβος, τόσο πιο δυνατή η σφραγίδα.


Τα χρόνια γίνονταν αιώνες. Η μορφή της άλλαζε, τα μάτια της βάθαιναν. Η ενοχή σκλήρυνε σε αδιαπέραστη μάσκα. Ο κόσμος γύρω της ξεχνούσε, εκείνη όμως θυμόταν τα πάντα: το χιόνι, τα θυσιασμένα παιδιά, τη φωνή του γηραιότερου.


Κατά διαστήματα, κάποιοι προσπαθούσαν να αψηφήσουν την απαγορευμένη πύλη και όλοι εξαφανίζονταν. Αν κάποιος αξίωνε λύτρωση, η Μάιρα τον δοκίμαζε και αν ήταν αδύναμος, τον κατέτρωγε το σκοτάδι.


Μα βαθιά μέσα της, έμενε πάντα το ερώτημα. Θα υπάρξει ποτέ κάποιος αρκετά δυνατός ή αρκετά καθαρός να σπάσει τον κύκλο αυτό; Μήπως αυτή η μοίρα, αυτό το φορτίο, ήταν μόνο η αρχή μιας ακόμη μεγαλύτερης καταστροφής;


Και έτσι, με το βάρος των αιώνων, η Μάιρα έμεινε στη σκιά του κόσμου, αθάνατη, πεινασμένη, πάντοτε παρέα με τις φωνές εκείνων που θυσίασε… περιμένοντας είτε λύτρωση, είτε ένα τέλος…




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Δίδυμη πληγή | Εισαγωγή