Μάιρα, η Συλλέκτης Ψυχών | Κεφάλαιο 11ο

                                       




Ο κόσμος γύρισε απότομα. Οι εικόνες ξεθώριασαν, τα φαντάσματα του παρελθόντος διαλύθηκαν σε στάχτη και παγωμένο αέρα. Ο Ντομινίκ βρέθηκε ξανά γονατιστός στο οριακό τοπίο, με το φυλαχτό του να πάλλεται δυνατά στο στήθος του. Ανάσαινε βαριά με την κάθε ανάσα του ήταν εμποτισμένη με τη θλίψη και την ενοχή αιώνων που είχε γευτεί μέσα από τα μάτια της Μάιρας.



Γύρω του, ο χώρος ανέπνεε σαν ζωντανός οργανισμός, οι σκιές πάλλονταν με διαφορετική ποιότητα. Η Μάιρα στεκόταν λίγα μέτρα μπροστά του, η μορφή της έμοιαζε για μια στιγμή λιγότερο απόκοσμη, σχεδόν ανθρώπινη, τα μάτια της βαθιά και κουρασμένα.



Ο Ντομινίκ σηκώθηκε αργά, σκουπίζοντας το πρόσωπό του. Για πρώτη φορά, δεν κοίταζε μόνο τον εχθρό του, αλλά μια γυναίκα που είχε γίνει θύμα και δεσμώτης της ίδιας της της πράξης.



“Τώρα ξέρω, ψιθύρισε. Δεν γεννήθηκες τέρας, Μάιρα. Σου φόρτωσαν το σκοτάδι, το κουβάλησες μέχρι να γίνει η μόνη σου γλώσσα.”



Η Μάιρα σάλεψε, κι ένα σκίρτημα ελπίδας, ή ίσως αγωνίας, πέρασε από το βλέμμα της.



“Πιστεύεις πως αυτή η γνώση σε κάνει δυνατότερο, κυνηγέ; Πως η λύπηση φέρνει λύτρωση;”



Ο Ντομινίκ την πλησίασε ένα βήμα.



“Όχι. Μα καταλαβαίνω το τίμημα. Κι αν υπάρχει τρόπος να σπάσει ο κύκλος, δεν θα είναι με περισσότερο αίμα. Ούτε το δικό μου, ούτε το δικό σου.”



Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί, ο άνεμος γύρω τους να φέρνει ψιθύρους από ζωές χαμένες. Ο Ντομινίκ ήξερε πως η τελική δοκιμασία πλησίαζε, μα τώρα, στην καρδιά του, υπήρχε κάτι νέο: μια σπίθα συμπόνιας, που θα μπορούσε να αποδειχθεί όπλο ή αδυναμία.





Ο κόσμος γύρω τους έλιωνε, οι σκιές σχημάτιζαν τοίχοι και ρωγμές που άνοιγαν σε άβυσσο. Ο Ντομινίκ, αγνοώντας για λίγο τη Μάιρα, εστίασε στο μόνο φως που απέμενε: τη μικρή φιγούρα του Λούσιαν, παγιδευμένη ανάμεσα σε φαντάσματα και θραύσματα αναμνήσεων, με τα μάτια χαμηλωμένα και το κεφάλι σκυφτό.



“Λούσιαν…” ψιθύρισε, και τα πόδια του λύγισαν από πόνο και προσμονή.



Το παιδί δεν απάντησε αμέσως, σα να μην άκουγε ή να μην τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα. Ο Ντομινίκ προχώρησε διστακτικά, κάθε βήμα του βυθίζονταν σε στάχτη και παγωμένο φως. Έβγαλε από τον κόρφο του το παπουτσάκι, το σήκωσε απαλά.



“Αυτό το έχασες, μικρέ μου… Θυμάσαι πώς γελούσες όταν έτρεχες με αυτό; Θυμάσαι πώς γελάγαμε όλοι μαζί;”



Ο Λούσιαν άνοιξε δειλά τα μάτια. Για μια στιγμή, η σκιά της Μάιρα φάνηκε να σφίγγει τη λαβή της γύρω του, όμως το φως από το φυλαχτό του Ντομινίκ έπεσε πάνω του, ραγίζοντας τη σκοτεινή υφή του χώρου.



Ο Ντομινίκ γονάτισε μπροστά του και άπλωσε το χέρι του.  
“Αν θες να φύγουμε από εδώ, γιε μου, πρέπει να θυμηθείς… Δεν είσαι μόνος. Δεν σε άφησα ποτέ, κι ούτε θα σε αφήσω τώρα.”



Η μορφή του Λούσιαν τρεμόπαιξε, σαν να πάλευε ανάμεσα σε δύο κόσμους. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια του.  
“Μπαμπά… φοβάμαι. Η κυρία με τα ασημένια μαλλιά λέει πως αν φύγω, θα πονάς για πάντα.”



Ο Ντομινίκ έσφιξε το φυλαχτό του, κρατώντας σταθερή τη φωνή του μέσα στον κυκλώνα της ενοχής.  
“Ο πόνος φεύγει όταν είμαστε μαζί. Δεν έχουν σημασία οι σκιές, οι ενοχές, ούτε οι φωνές. Μόνο εσύ. Πάρε το χέρι μου, Λούσιαν. Έλα σπίτι”.



Η σκιά της Μάιρα ούρλιαξε, ο κόσμος γύρω τους άρχισε να σείεται. Για μια στιγμή, ο Λούσιαν έδειξε να διστάζει, μα η παιδική του παλάμη άγγιξε τη δική του.



Μια λάμψη διαπέρασε το τοπίο. Τα θραύσματα των εφιαλτών διαλύθηκαν γύρω από το παιδί, και η φιγούρα του φάνηκε πιο καθαρή, πιο ζωντανή.



Ο Ντομινίκ αγκάλιασε τον γιο του, το παπουτσάκι ανάμεσά τους σαν σφραγίδα μιας αγάπης που ούτε ο θάνατος ούτε το σκοτάδι δεν κατάφεραν να συντρίψουν.



Σήκωσε το βλέμμα του στη Μάιρα, έτοιμος πια για το τέλος, είτε λύτρωση, είτε θυσία.






 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Ανθίζοντας στο καταχείμωνο