Η Ατελείωτη Ιστορία | Κεφάλαιο 4ο "Στο λύχνο της νύχτας..."

 


Πετάγομαι μέσα στην νύχτα από έναν περίεργο ήχο. Σαν αυτόν των μελωδών που χτυπιούνται από τον αέρα στα μπαλκόνια. Μια λυπηρή μελωδία σαν να υμνούν την θλίψη και την απώλεια. Περνούν ορισμένα δευτερόλεπτα μέχρι να συντονιστώ από που ακούγονται και είναι δίπλα μου, από το κομοδίνο μου, συγκεκριμένα από το δερμάτινο τετράδιο.


Τρομαγμένη, το αρπάζω γρήγορα και το πετάω στην απέναντι γωνία του δωματίου μου. Δεν υπάρχει περίπτωση να συμβαίνει κάτι τόσο υπερφυσικό, μάλλον ονειρεύομαι ή τα χάνω. Εκείνο πέφτει στο δάπεδο και ανοίγει στη μέση. Η μελωδία σταματάει σαν όπως άρχισε, ξαφνικά και απρόσμενα.


Παίρνω μια βαθιά ανάσα… μάλλον ιδέα μου ήταν, συμβαίνει άλλωστε να μπερδεύεται το μυαλό μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ό,τι όνειρο ήταν πέρασε. 


Ξαπλώνω και κοιτάω εξ αποστάσεως το τετράδιο. Το φως της ολόγιομη σελήνης κάνει το πέρασμα ανάμεσα από τα σύννεφα και φωτίζει ολόκληρο το δωμάτιό μου. Μαζί, και την γωνιά του τετραδίου. Εκείνο με το που φωτίζεται από το ασημένιο φως το φεγγαριού αρχίζει να λάμπει σαν χρυσό φως, λες και ήταν ένας μικρός ήλιος.


“Δεν γίνεται να συμβαίνει αυτό…” με πιάνει ταχυκαρδία, “Δεν γίνεται να το ζω πραγματικά αυτό”, σκέφτομαι και πιάνω με τα χέρια μου τα γόνατά μου.


Το μυαλό μου ζει σε δύο αντίρροπες ταχύτητες. Από την μία η περιέργεια της φύσης μου να πάω να δω αν αυτο που συμβαίνει τώρα είναι αληθινό ή της φαντασίας μου. Από την άλλη όμως ο φόβος, ο τρόμος του αγνώστου θέλει να με κουλουριάσει στην ασφάλεια του κρεβατιού μου μέχρι να έρθει το πρωί και να πετάξω το δερμάτινο τετράδιο στα σκουπίδια.


Αλλά…δεν είναι μόνο αυτό… Φοβάμαι εξίσου ότι πιθανόν η τελευταία κουβέντα με την θεία μου ήταν αληθινή. Ότι όντως αυτο το τετράδιο θα έχει απαντήσεις, ότι όντως υπάρχει κάτι πέρα από αυτά που βλέπουμε… ότι όντως ευθύνομαι για τον θάνατο της μητέρας μου…


Ο ήχος του μελωδού αρχίζει πάλι να ακούγεται από το τετράδιο. Νιώθω μια έλξη προς αυτόν τον ήχο, σαν να με ηρεμεί, να ρίχνει τους παλμούς μου και τις αντιστάσεις μου.


Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πάω πάνω από το τετράδιο. Σκύβω να το πιάσω και εκείνο χαμηλώνει την λάμψη του σαν να με βοηθάει για να διαβάσω τις σελίδες του που είναι πια γραμμένες με τα καλλιγραφικά γράμματα κάποιου… 


“Της μαμάς μου είναι…” συνειδητοποιώ δυνατά και ευθύς γυρνάω στην πρώτη σελίδα του τετραδίου να πιάσω από την αρχή τα γράμματα, τις λέξεις της μάνας μου.


Τα γράμματα ξεκολούν από την πρώτη σελίδα και αιωρούνται μπροστά μου χρυσά, λαμπερά και σχηματίζουν την πρώτη πρόταση.


“Λατρεμένη μου κόρη Λούμι…” δάκρυα τρέχουν αλλά δεν χαμηλώνω το βλέμμα παρά συνεχίζω να κοιτάω τα χρυσά γράμματα να παίρνουν σειρά το ένα μετά το άλλο και να γράφουν:


“Χρόνια σου πολλά! Το ξέρω ότι δεν θα είμαι παρούσα σε αυτή τη σημαντικά μοναδική στιγμή της ζωής σου, αλλά ξέρω ότι θα με συγχωρέσεις για αυτό. Δεν ήταν θέλημά κανενός, όλα συμβαίνουν για λόγους που δεν είναι σε εμάς να ερμηνεύουμε. Όπως έλεγε και η Πρώτη Υφάντρια, η Λορέλλα, πριν πολλές εκατονταετίες, όλοι μας είμαστε μέρος μιας ατελείωτης ιστορίας. Ενός ατελείωτου ονείρου που ανακαλύπτουμε με κάθε απόγονο, με κάθε νέα Υφάντρια, με κάθε καινούριο όνειρο που υφαίνουμε στην μέχρι τώρα γραμμή αίματός μας.


Ξέρω, είναι πολλές οι καινούριες πληροφορίες και τόσος λίγος χρόνος για να στα εξηγήσω όλα. Το κάλεσμα που αισθάνεσαι, η ανάγκη αυτή να ξετυλίγεις τον μίτο των ονείρων σου στο χαρτί είναι κάτι που θα σε ακολουθεί σε όλη σου τη ζωή, είτε επιλέξεις τον δρόμο της Υφάντριας, είτε όχι. Όλες μας περάσαμε αυτό που περνάς τώρα εσύ. Οι πρόγονές μας, όσες διαλέξαν τον δρόμο αυτόν, είχαν μεγάλη επιρροή στην Ιστορία εξέλιξης του πολιτισμού μας, πήραν άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγάλες αποφάσεις που όρισαν τον δρόμο για την επόμενη γενιά ανθρώπων και Υφαντριών. 


Υπήρξαν όμως και οι γυναίκες της μακριάς γραμμής αίματός μας, που δεν απάντησαν στο κάλεσμά αυτό. Η θεία σου Μίριαμ είναι μία από αυτές. Όσο και να την παρακαλούσα όσο ήμασταν μικρές, δεν ήθελε να αφιερωθεί στην Τέχνη μας. Ήξερα ότι αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να σαλέψει και να χάσει τη λογική της. Οπότε και έπραξα όπως έπραξα. Ύφανα το όνειρο της αυτοκτονίας της. Δεν ήθελα η αδελφή μου να αποτρελαθεί, κλεισμένη σε ένα ίδρυμα μέχρι να γεράσει. Ήθελα να ελευθερωθεί από τα δεσμά του σώματός της, να πλεύσει στα νερά του σύμπαντός και να γίνει αστρόσκονη. Ήταν το πρώτο όνειρο μου. Και δεν το μετάνιωσα ποτέ…”


Τα χρυσά γράμματα εξαφανίζονται από τον αέρα. Ο ήχος του μελωδού σταματάει να ακούγεται και το δερμάτινο τετράδιο παύει να λάμπει. Αισθάνομαι ακόμα μια απώλεια βαθιά στην ψυχή μου. Την απώλεια της μέχρι τώρα άγνοιάς μου. Της παιδικότητας, της εφηβείας μου. 


Χρειαζόμουν χρόνο να απορροφήσω αυτά που έμαθα σήμερα. Ήταν όλα πολύ νωπά. Κλείνω το τετράδιο και το τοποθετώ κάτω από το μαξιλάρι μου.


“Λορέλλα…Η Πρώτη Υφάντρια…” ένα όνομα που μου ήταν οικείο σαν ήχος αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ από που.


Από το διπλανό δωμάτιο, ακούω το ροχαλητό του από ώρα κοιμισμένου πατέρα μου, και αναρωτιέμαι αν είχε έστω την παραμικρή ιδέα του ποια ήταν η μαμά αληθινά. Αν ζούσε στο ψέμα ή τουλάχιστον στην πλάνη του. 


Δεν μπορώ να πω πως όσο ζούσε η μαμά να είχαν τσακωμούς και εντάσεις, αλλά ούτε ήταν και ιδιαίτερα ρομαντικοί ο ένας στον άλλον. Ειδικά τα τελευταία χρόνια είχαν χάσει κατα πολύ την επικοινωνία τους. Βέβαια από τον θάνατο της μαμάς και μέχρι σήμερα, ο μπαμπάς το έριξε στο αλκοόλ. Δεν υπήρξε εβδομάδα που να μην πάει σε κάποιο μπαρ έστω μία φορά. Το ήξερα ότι την αγαπούσε. Το ήξερα ότι του έλειπε. Το ήξερα ότι κάπως έτσι την θυμόταν και την ξεχνούσε παράλληλα…Το ήξερα…Αυτό που δεν ήξερα, ήταν πως μπορούσα να τον βοηθήσω. 


Και για να είμαι ειλικρινής, ούτε τώρα ξέρω…




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Ανθίζοντας στο καταχείμωνο