Ανθίζοντας στο καταχείμωνο

 



Ξημέρωσε. Άλλη μια μέρα που καλούμαι να επιβιώσω σε μια πόλη, δουλειά, σχέση που έχουν πάψει να με καλύπτουν εδώ και καιρό. Κοιτάω δεξιά μου και ο "άνθρωπός" μου κοιμάται ακόμη. Δεν θα σηκωθεί μέχρι τις 9πμ, για να εργαστεί εξ αποστάσεως από το σπίτι.


Μια αηδία με πιάνει ενώ τον κοιτάω. Μια αηδία με πιάνει στη σκέψη ότι πρέπει να σηκωθώ από το κρεββάτι. Μια αηδία για όλη μου τη ζωή που έχω μάθει να λειτουργώ αυτόματα και χωρίς παραπάνω σκέψη.


Αισθάνομαι σαν να έχω ξυπνήσει σε άλλο σώμα. Ένα σώμα που δεν θέλει πια αυτά που είχε χτίσει ως ώρας. Πλανιέμαι μεταξύ των αποφάσεων που είχα πάρει ως ώρας και αυτών που θέλω τώρα να πάρω.


Το ξυπνητήρι σταθερό στις 7 και μισή δονείται για να με συνεφέρει. Τελευταία ευκαιρία να αποφασίσω αν θα προσποιηθώ ασθένεια στη δουλειά ή θα εμφανιστώ στα γραφεία και αυτό το κρύο πρωινό του Δεκεμβρίου.


Και οι δύο επιλογές μου φέρνουν και πάλι αηδία. Αλλά λίγο λιγότερη η δουλειά. Εκεί μπορώ να τους γράφω και να επικεντρωθώ στο τσικι τσίκι του πληκτρολογίου, ενώ αν μείνω σπίτι θα έχω στον χώρο και τον Μίλτο να δουλεύει πυρετωδώς για το νέο ευρωπαϊκό πρότζεκτ που εχει αναλάβει εκ μέρους της εταιρείας τους.


Όχι δεν θέλω να μείνω εδώ, παγιδευμένη σε έναν ατέρμονο κύκλο. Θέλω να ζήσω διαφορετικά, να μην σκέφτομαι τον Μίλτο, να μην υποφέρω κάθε πρωινό και να διχάζομαι στο τι είναι καλύτερο να κάνω.


Σηκώνω το τηλέφωνο και καλώ τον πατέρα μου. Είναι πρωινός τύπος. Η συνομιλία μας είναι πάντα η ίδια, τι κανεις κόρη μου, πως τα περνάς, άντε καλή δουλειά και τα σχετικά.


"Θα πας σημερα στο μνήμα της μαμας;" των ρωτάω σήμερα στα ξαφνικά. 


Ξέρουμε και οι δύο τι μέρα είναι. 


"Ναι" μου απαντάει κάπως βραχνά. "Θα πάω."


"Να μου τη φιλήσεις" και κομπιάζω λες και με πιάσουν τα κλάματα. 


Δώδεκα χρόνια απουσίας και σήμερα τη χρειάζομαι πιο πολύ από ποτέ. Αυτά που μου έλεγε πάντα με συντρόφευαν ανά τα χρόνια, αλλά σήμερα η μνήμη μου σιωπαίνει. 


Κλείνω το τηλέφωνο με τον πατέρα μου ενώ κάθομαι στη κουζίνα, συλλογίζομαι την ημέρα μου. Θέλουμε να πάμε στο σουπερ μάρκετ, να πληρώσουμε το νερό, να, να, να...


Μια λακούβα με νερό στο δρόμο που περπατάω και θέλω να πατήσω μέσα της. Να λερωθώ και να χορέψω το τραγούδι που ακούγονται στα ακουστικά μου και να γελάσω με την παροδική ευτυχία μου.


Ένα βιβλιοπωλείο με βιβλία που θέλω να διαβάσω στη βιτρίνα του,  και ένα ανθοπωλείο με εποχιακά φυτά που αντέχουν στον χειμώνα. Και μια αφίσα σε ένα μαγαζί με ρούχα που περνάω απέξω και μου τραβάει την προσοχή.


Ναι, μια αφίσα στο τζάμι της πόρτας του μαγαζιού. Δεν ήταν παραπάνω από ένα φύλλο Α4 που έγραφε:


"Φοβάσαι να αλλάξεις; Τότε βελτίωσε τα ρούχα σου!"


Κάτι με σταμάτησε ενώ το διάβαζα. Δεν είχε να κάνει με τα ρούχα. Ναι φοβόμουν να αλλάξω, αλλά να βελτιωθώ; Πως να βελτιωθώ; Με ρούχα, με παπούτσια, με τι;


Όχι, δεν είχε να κάνει με την εμφάνιση μου. Όλη μου η σκέψη ενώ περπατούσα προς τη δουλειά είχε να κάνει με αυτή την αφίσα. 


Μέχρι που έφτασα στην εξώπορτα του γραφείου, κατάλαβα.


"Φοβάσαι να αλλάξεις; Βελτίωσε τον εαυτό σου. Βελτίωσε την ψυχολογία σου, τα πιστεύω σου, τις πράξεις σου, τη σκέψη σου, τα συναισθήματά σου, τα, τα, τα...."


Άλλοι αισθάνονται καλύτερα με ένα διαφορετικό στυλ παπούτσια. Άλλοι με ρούχα, άλλοι με αλλαγή παραστάσεων. Και κάποιοι άλλοι σαν εμένα που χρειάζεται να βελτιωθούν εσωτερικά για να αισθανθούν γαλήνια στην ψυχή τους. 


Ενημέρωσα ότι παραιτούμαι το ίδιο πρωινό.


Ενημέρωσα ότι χωρίζω τον Μίλτο εκείνο το μεσημέρι, ενώ στις επόμενες ώρες πήγα σε ένα καφέ και έγραψα σε ένα τετράδιο τι θέλω να βελτιώσω και ποιες πτυχές του εαυτού μου έχουν μείνει απαρχαιωμένες και χρειάζονται υποστήριξη και αναβάθμιση. 


Εξερευνούσα πολύ ώρα τα γραπτά μου. Ο φόβος μου, η απογοήτευσή μου και ο εκνευρισμός μου ήταν εμφανής. Ναι, φοβόμουν για το άγνωστο που απλωνόταν μπροστά μου. Ναι, ήμουν απογοητευμένη που άργησα να καταλάβω το τέλμα που είχα φτάσει καιρό τώρα. Και ο εκνευρισμός μου, που είχα αφήσει τον εαυτό μου πίσω να βασανίζεται και να υπομένει την μέχρι πρότινος καθημερινότητά μου.   


Σημείωνα, έσβηνα, μέχρι που στο τέλος δάκρυσα και αναρωτήθηκα ποιο ήταν το κέρδος από τις αποφάσεις που πήρα σήμερα.


Η απάντηση ήρθε κατευθείαν.


Το κέρδος ήταν η ελευθερία μου. Η ηρεμία μου, ο εαυτός μου.


Και ο δρόμος φωτίστηκε μπροστά μου. 


Ήδη βελτίωσα την ημέρα μου...Σειρά έχει η ζωή μου!




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Δίδυμη πληγή | Εισαγωγή