Η ατελείωτη ιστορία | Κεφάλαιο 3 "Το πρώτο όνειρο"
Είναι της μοίρας μου να σηκώνω τηλέφωνα με τραγικά νέα. Ο πατέρας μου λείπει και εγώ μόνη στο σπίτι να διαχειριστώ μία ακόμη απώλεια. Η θεία μου απεβίωσε στον ύπνο της, ναρκωμένη με επιπλέον δόσεις φαρμάκων από αυτές που κανονικά έπαιρνε. Είχε κάπου φυλάξει χάπια, τα είχε βρει; Κανείς δεν ξέρει, η ουσία είναι ότι η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά ξημερώματα Κυριακής, μια μέρα από την τελευταία φορά που την είδα και αγκαλιαστήκαμε για ύστατη φορά.
Κάθομαι στο γραφείο μου με ακουμπισμένη την παλάμη μου στο μέτωπό μου. Θέλω να κλάψω αλλά δεν μπορώ. Δεν πρέπει να κλάψω, ίσως θα έπρεπε να χαρώ. Ίσως ήταν λύτρωση για τη θεία μου, ίσως πάλι και όχι. Ίσως η επιλογή αυτή να ήταν σωστή εκείνη την στιγμή στο μυαλό της, να αδειάσει το σώμα της από κάθε ίχνος ύπαρξής της και να μας αφήσει με τις αναμνήσεις μας, καλές και κακές.
Οι ώρες περνούν και έρχεται το μεσημέρι να με βρει σε εμβρυακή στάση στο κρεβάτι αγκαλιά με τα μαξιλάρια μου. Δεν έχω κουνηθεί όλο το πρωί μισοκοιμισμένη και μισοξύπνια. Στιγμές στιγμές αισθάνομαι το μυαλό μου να μουδιάζει και σαν να θέλει να με ναρκώσει από την ζοφερή πραγματικότητα. Σαν να ακούω την πόρτα του σπιτιού να ανοίγει και να κλείνει και τη μεθυσμένη φωνή του πατέρα μου να με καλεί στη κουζίνα.
Σηκώνομαι όπως όπως και προχωράω προς την πηγή της φασαρίας. Είχα δίκιο, ο πατέρας μου έχει πιει το αλκοόλ του και με περιμένει να του ετοιμάσω κάτι να φάει. Δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται την τραγική φιγούρα της κόρης του, ξεμαλλιασμένη με τα μεγάλα μάτια της κόκκινα από την πίεση και το κλάμα.
“Πατέρα… η θεία Μίριαμ…αυτοκτόνησε…” τα λόγια που μόλις είπα χτύπησαν βαθιά στην καρδιά μου σαν έναν πέλεκυ που καρφώθηκε μέσα μου.
Ο πατέρας μου δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται την κατάσταση. Σαν να χαμογέλασε κάπως, σαν να χάρηκε για αυτήν την κατάληξη.
“Πάντα το έλεγε η μάνα σου. Η Μίριαμ δεν θα έχει καλό τέλος…” απάντησε και ρεύτηκε δυνατά και ξάστερα. Αυτή ήταν η μόνη αντίδραση του στο τραγικό αυτό νέο. Μετά σαν να χασμουρήθηκε και έφυγε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του. Ακόμα και το μεσημεριανό του είχε πέσει σε δεύτερη μοίρα.
Ακολουθώ το παράδειγμά του και προχωράω προς το υπνοδωμάτιο μου και το κρεβατι μου. Φροντίζω να κλείσω όλα τα παντζούρια και να χωθώ στα σκεπάσματά μου. Η ζέστη με τυλίγει σαν πέπλο και τα βαριά μάτια μου κλείνουν για να χαθώ σε ένα ακόμη όνειρο.
“Το σκοτεινό δάσος φωτιζόταν μόνο από το ολόγιομο φεγγάρι που ταξίδευε στον ουρανό. Μια γυναικεία φιγούρα ξεκουραζόταν στις ρίζες ενός δέντρου με τα καταπράσινα μάτια της προσηλωμένα σε ένα δερμάτινο τετράδιο στο οποίο τα χέρια της έγραφαν μανιωδώς στις σελίδες του. Ανά διαστήματα κοιτούσε δεξιά και αριστερά της σαν να αισθανόταν κάποιον ή κάτι να την παρακολουθεί. Συνέχισε να γράφει μέχρι που το φεγγάρι άρχισε να χάνεται πίσω από τα σύννεφα. Κλείνει το τετράδιό της, σηκώνεται όρθια, τινάζει το χώμα από τα ρούχα της και κοιτάει για μια τελευταία φορά πίσω της.
“Συγνώμη Μίριαμ…” μονολογεί με δάκρυα στα μάτια.
“Δεν ήθελα να είναι αυτή η πρώτη μου ύφανση…” συνεχίζει κάπως απολογητικά στα πλάσματα που βρίσκονταν γύρω της εκείνη την σκοτεινή ώρα.
Το δάσος βρυχάται από τον αέρα που περνά από μέσα του εκείνη τη στιγμή σαν μια απάντηση στην νεαρή αυτή κοπέλα. Κάπου παραδίπλα μια πορτοκαλί γάτα βαδίζει και προσπερνά μια γυναικεία φιγούρα που παρακολουθεί ολόκληρη την σκηνή σιωπηλή και ακούνητη.”
Η Λούμι πετάγεται όρθια από τον ύπνο της και το πολύ ζωντανό όνειρο που είδε εκείνη την ώρα. Γνώριζε την νεαρή κοπέλα στο όνειρό της. Ήταν η μητέρα της έφηβη μάλλον, ενώ το δερμάτινο τετράδιο έμοιαζε με αυτό που της είχε δώσει η θεία της.
Σηκώνεται γρήγορα και αρπάζει την τσάντα της προκειμένου να επιβεβαιώσει την θεωρία της. Το δερμάτινο τετράδιο ήταν εκεί, ήσυχο, καρτερώντας τα χέρια της να το πιάσουν και να το ανοίξουν. Ήταν κάπως θερμό στα χέρια της Λούμι, τη ζέστη του ήλιου κατακαλόκαιρο λες και το είχες παρατήσει στον ήλιο αρκετή ώρα.
Η Λούμι κάπως δυσταχτικά ανοίγει τις πρώτες άδειες σελίδες του και το κοιτάει προσεχτικά για κάθε είδους γραφής εκεί μέσα. Αλλά τίποτα. Ήταν κενό όπως και χθες. Απογοητευμένη το αφήνει στο κομοδίνο της.
“Στο λύχνο της νύχτας, όλα θα φανερωθούν” είχε μονολογήσει η Μίριαμ χθες στις τελευταίες της κουβέντες. Η Λούμι κοιτάει την ώρα στο ρολόι τοίχου της. Ήταν 8μμ και σήμερα είχε πανσέληνο.
“Αν ισχύει αυτό που φαντάζομαι, τότε σημαίνει ότι τρελαίνομαι και εγώ…” είπε στον εαυτό της και άφησε για ακόμη μια φορά τα δάκρυά της να τρέξουν άφθονα στα μάγουλά της.
.jpg)

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου