Η ατελείωτη ιστορία | Κεφάλαιο 2ο "Το δερμάτινο τετράδιο"

 



“Και που είχα μείνει;”

Η θεία Μίριαμ χασκογελάει με την τάση μου να ξεχνιέμαι στην μέση μιας κουβέντας μας. Της χαμογελάω και εγώ κάπως απολογητικά. Χαίρομαι που την βρήκαμε σήμερα στα καλά της. Η μυθομανία της παρέα με την σχιζοφρένεια την ταλαιπωρούν συχνά, είτε μαζί είτε χώρια και αναρωτιέμαι ώρες ώρες την δύναμη που έχει για να στέκεται και παλεύει κάθε μέρα με αυτά τα δύο να παραμονεύουν στην άκρη του μυαλού της.

Ο πατέρας μου προφανώς και περιμένει έξω στο αμάξι. Αν και με έφερε μέσα και την χαιρέτησε, πάντα μας αφήνει μόνες μας να συζητήσουμε. Τριγύρω υπάρχουν φύλακες και ο χώρος που καθόμαστε είναι κάτι σαν “σαλόνι” για τους ασθενείς και τους επισκέπτες τους. Ένα ελαφρύ λιλά χρώμα γεμίζει τους τοίχους με ορισμένες ζωγραφιές να στολίζουν σημεία τους. Όπως ένα δέντρο με μήλα πάνω ή ακόμα και μια παιδική φιγούρα να κάνει τραμπάλα.

Μυρίζω το μεσημεριανό που ετοιμάζουν για τους ασθενείς και πιάνει το αυτί μου ότι σε λίγη ώρα θα χρειαστεί να φύγουμε για να ηρεμήσουν και να φανε με την ησυχία τους. 

Η θεία μου περιμένει να ξεφύγω από τις σκέψεις μου ενώ προσπαθεί να βγάλει μια παρανυχίδα από το νύχι της. Είναι δεκαπέντε χρόνια κλεισμένη εδώ μέσα. Κατά καιρούς μας αφήνουν να την παίρνουμε μαζί μας για μια πορτοκαλάδα και κέικ στην πλησιέστερη καφετέρια, που τόσο της αρέσουν, και να γυρίζουμε πίσω δύο ώρες αργότερα. Όταν συμβαίνει αυτό χαίρεται σαν παιδί. Αλλά σήμερα είμαστε εδώ και θέλω να την ρωτήσω κάτι σημαντικό.

“Γλυκιά μου θεία με ακούς;” 

Η Μίριαμ κάπως σοβαρεύει και μου γελάει πλατιά. “Τι είναι, όμορφό μου πλάσμα;”

“Τελευταία βλέπω και τη μαμά στα όνειρά μου. Ή μάλλον δεν την βλέπω ακριβώς, την αισθάνομαι όμως κοντά μου.” της εξομολογούμαι σιωπηλά.

Η θεία μου σοβαρεύει ξαφνικά.

“Λούμι, πόσο χρονών είσαι;” με ρωτάει ενώ βάζει τον αντίχειρά της στο στόμα της πιπιλώντας το.
“Δεκαεπτά… τα έκλεισα τώρα τον Ιανουάριο… Τι σχέση έχει αυτό;”
“Ααα, εγώ στα δεκαεπτά σου είχα πάρει την απόφασή μου να απέχω. Δεν έπλεξα ποτέ, ξέροντας ότι θα καταλήξω ημίτρελη, αλλά ζωντανή.”

Δεν ξέρω γιατί πράγμα μιλάει. Να πλέξει, ημίτρελη, ζωντανή… πολλές νέες πληροφορίες που δεν έχω ιδέα που κολλάνε. Μάλλον η θεία μου δεν ήταν τόσο καλά όσο νόμιζα σήμερα.

“Η μαμά σου από την άλλη ήταν χρυσοχέρα. Έπλεκε και έραβε τα όνειρα όλων μας!” συνέχισε νομίζοντας προφανώς ότι καταλάβαινα γιατί πράγμα μιλούσε. Ένας φύλακας μου κάνει νόημα ότι έχω λίγα λεπτά ακόμη.

“Θεία μου όμορφη, γιατί πράγμα μιλάς;”
“Παιδί μου δεν φταις εσύ για τον θάνατό της. Δεν ήξερες τι έκανες, κανείς δεν σε κατηγορεί…” μου απαντάει και χαμογελάει.

“Η μαμά πέθανε σε τροχαίο θεία μου…” της ψιθυρίζω χαμηλά ζώντας πάλι το τηλέφωνο που χτύπησε εκείνη την ημέρα για να με ενημερώσουν ότι έπαψα να έχω μητέρα. Δακρύζω κάπως στην ανάμνηση δύο χρόνων πίσω.

“Και ποιανής όνειρο ήταν αυτό;” Η θεία μου με δείχνει με το δείκτη της και αρχίζει να γελάει δυνατά.

“Δεν ήξερες τι έκανες μικρή μου. Όλοι στο κρύβαμε γιατί έτσι είχε ζητήσει εκείνη. Ήθελε να έχεις μια φυσιολογική ζωή και να αποφασίσεις τι θα έκανες μόλις έκλεινες τα δεκαεπτά. Λούμι μου… δεν φταις, μα πρέπει να βρεις μόνη σου τον δρόμο σου. Εγώ αύριο φεύγω…το είχε ονειρευτεί εκείνη.”

“Τι λες θεία μου;” τρομοκρατημένη, κομπιάζουν τα λόγια μου.
“Λούμι μου, γλυκό μου πλάσμα δεν υπήρξα πάντα ειλικρινής μαζί σου. Και δυστυχώς είμαι η μόνη που έπρεπε να είμαι. Με συγχωρείς που φτάσαμε τελευταία στιγμή για να σου το πω.” σκύβει το κεφάλι της απολογητικά με δάκρυα στα μάτια.

Είμαστε και οι δύο φανερά ταραγμένες και οι φύλακες συνεχίζουν να κάνουν νοήματα στους επισκέπτες ότι πρέπει να φύγουμε. 

Η Μίριαμ παίρνει στα χέρια της ένα παχύ δερμάτινο τετράδιο που είχε δίπλα της και μου το δίνει κοιτώντας χαμηλά στο πάτωμα.

“Αυτό θα σου λύσει όλες τις απορίες. Κρύψε το από τον πατέρα σου όμως.”

Παίρνω το τετράδιο από τα χέρια της και το ανοίγω. Μένω έκπληκτη να κοιτάω τις λευκές του σελίδες. Το ξεφυλλίζω απορημένα και την κοιτάω με περιέργεια.

“Στο λύχνο της νύχτας, όλα θα φανερωθούν.” Η θεία με πλησιάζει να με αγκαλιάσει και χάνομαι μέσα στην αγκαλιά της. Η μοναδική μητρική φιγούρα που έχω πλέον. Μια γυναίκα που έχει χαθεί μέσα στην αλήθεια, το ψέμα και την τρέλα. 

“Γεια σου θεία μου. Τα λέμε το επόμενο Σάββατο.” της λέω χαμογελώντας της.
“Αντίο παιδί μου…” 

Ενώ βγαίνω από την αυτόματη πόρτα ασφαλείας που χωριζει τους ασθενείς από την ελευθερία τους, κοιτάω το δερμάτινο άδειο τετράδιο. Ανεξαρτήτως, ήταν πολύ ωραίο για να γράψω κάτι εκεί. Το βάζω μέσα στην τσάντα μου και πλησιάζω το παλιό αλλά ακόμα λειτουργικό αμάξι του μπαμπά για να πάμε σπίτι μας.

“Τελειώσατε; Σας πήρε κάμποση ώρα” μόνο αυτό σχολίασε και έβαλε μπρος.

Στην διαδρομή δεν ήθελα να σκέφτομαι τίποτα. Ούτε όνειρα, ούτε τετράδια πάρα μόνο την ψευδαίσθηση της θείας ότι εγώ έφταιγα για τον θάνατο της μαμάς.

Δεν με είχα ποτέ κατηγορήσει για αυτό. Ναι, είχαμε τις εντάσεις μας, τους τσακωμούς μας, αλλά ποτέ δεν ευχήθηκα να πεθάνει. Ήταν η μητέρα μου και την αγαπούσα. Δεν ήθελα το κακό της και ούτε εκείνη το δικό μου, μα η θεία φαίνεται να έχει διαφορετική άποψη βασισμένη στο άρρωστο μυαλό της. 

Πόσο με στεναχωρούσε αυτό. Να μην μπορείς να ξεχωρίσεις ακόμα και εσύ ο ίδιος αν λες αλήθεια ή ψέματα. Να μη ξέρεις ή μάλλον να μην μπορείς να εμπιστευτείς το ίδιο σου το μυαλό. Πόσο κρίμα και άδικο…

 Η θεία μου δεν ήξερε τι έλεγε… αυτό το συμπέρασμα βγάζω και θλίβομαι. 





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Ανθίζοντας στο καταχείμωνο