Η ατελείωτη ιστορία | Κεφάλαιο 1ο "Καλημέρα Λούμι!"

 




“Λούμι! Καλημέρα! Ξύπνησες;” Η κάπως βαριά από τα πρωινά τσιγάρα φωνή του πατέρα μου έφτασε από τη μακρινή κουζίνα, μέσα από την ξύλινη πόρτα του δωματίου μου και τέλος στα αυτιά μου. Ο μισο-ξύπνιος εγκέφαλός μου την αναγνώρισε σαν μια γνώριμη και συνηθισμένη ηχητική ακολουθία και τα μάτια μου άνοιξαν σαν να είχαν πάρει απότομα την διαταγή.


Δεν μου αρέσει το πρωινό ξύπνημα, όχι το συγκεκριμένο του πατέρα μου αλλά γενικά. Μου αρέσει να ταξιδεύω στον κόσμο των ονείρων και να φτιάχνω τις δικές μου ιστορίες και τους χαρακτήρες μου. Το μόνο ίσως που μετράει είναι πως με το που σηκώνομαι, καταγράφω στο τετράδιό μου αυτά που ονειρεύτηκα εκείνο το βράδυ. Έτσι θα κάνω και τώρα. 



Πετάω από πάνω μου το πάπλωμα και κάθομαι στο κρεβάτι ενώ τεντώνω το πιασμένο από τον πολύωρο ύπνο, σώμα μου. Δεν θέλω να πάω ακόμα στη κουζίνα. Ο πατέρας μου συνήθως είναι εκνευρισμένος από τις πρωινές ειδήσεις που παρακολουθεί και δεν θέλω να είμαι μπροστά στις βρισιές που πετάει στην τηλεόραση πρωί πρωί. Πάντως έχει σίγουρα πλούσιο λεξιλόγιο σε αυτά.




Σηκώνομαι απο το κρεβάτι τελικά και κάθομαι στη καρέκλα του γραφείου μου και βρίσκω το τετράδιό μου. Ένα απλό τετράδιο σπιράλ, με αρκετές σελίδες και αυτοκόλλητα σελιδοδείκτες στο πλάι. Τα χωρίζω ανάλογα με το είδος του ονείρου μου. Ρομαντικό, περιπέτεια, παιδικό, τρομακτικό, με ζώα κοκ. Αν χαθεί το τετράδιο μου μπορεί να πάθω και εγκεφαλίκό. Μέσα εκεί καταγράφω όλα μου τα όνειρα, τις ιστορίες μου και ειδικά την ψυχή μου. Κάποιες ιστορίες είναι ευχάριστες, κάποιες αρκετά αστείες και άλλες τρομακτικές. Συνήθως μένουν στην μέση μιας και δεν προλαβαίνουν να ολοκληρωθούν στον ύπνο μου και για αυτό αφήνω μερικές λευκές σελίδες για να τις ολοκληρώσω αργότερα. Δεν δίνω πάντα ευτυχισμένο τέλος, όσο και αν το αποζητάει η ιστορία. Μ’ αρέσει να παίζω με τους χαρακτήρες, να τους “ταλαιπωρώ” και στο τέλος να αφήνω πάντα μια υπόνοια θανάτου τους. Δεν ξέρω γιατί το κάνω αυτό. Ο θάνατος πάντα με ιντρίγκαρε. 



Αποτελεί μια βεβαιότητα της ζωής και κάτι που δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Αν όμως ζούσαμε αιώνια, τι νόστα θα είχε άραγε; Όσο και αν οι θολές σκέψεις μου τριγυρίζουν το μυαλό ξέρω πως σε λίγο δεν θα θυμάμαι την σημερινή ιστορία, οπότε παίρνω το μολύβι μου και ξεκινάω να καταγράφω. 




“Φεβρουάριος, 8, 2024. Η απαγωγή.



Η Νέστρια αποφάσισε σήμερα να ανοίξει την μαγική πόρτα που οδηγούσε σε κάποιον άλλο κόσμο. Δεν ήξερε τι θα ακολουθούσε παρόλα αυτά γύρισε το χρυσό πόμολο της πόρτας της ντουλάπας της και την άνοιξε αργά. Ένα αεράκι πέρασε από την πόρτα και ανακάτεψε κάπως τα μαλλιά της. Μερικές ακτίνες φωτός έπεσαν στο δάπεδο του δωματίου της και μια μυρωδιά ζεστού φαγηρού έφτασε στην μύτη της. Σαν να δίσταζε κάπως, το χέρι της έμεινε σταθερό για μερικά δευτερόλεπτα. Σκέφτηκε για λίγο την οικογένειά της, τους φίλους της και την ζωή της στον κόσμο αυτόν. Η πόρτα αυτή για κάποιο λόγο επέλεξε την δική της ντουλάπα να εμφανιστεί. Ίσως ήξερε ότι ήθελε να ξεφύγει από όλους και από όλα, αλλά τώρα που ήρθε η στιγμή δεν ήξερε τι να κάνει. Ή μάλλον δεν ήταν τελείως αποφασισμένη. 



Κοιτάει το δωμάτιό της για μια τελευταία φορά. Τα ροζ κοριτσίστικα σεντόνια της, τις αφίσες από ποπ τραγουδιστές και συγκροτήματα, τα ρούχα της, κάποια παιχνίδια από την παιδική της ηλικία, και τέλος μια φωτογραφία με την οικογένειά της. Ποιος ο λόγος να τους εγκαταλείψει; Και όμως ήξερε ότι η σημερινή απόφαση ήταν σημαντική για εκείνη. Όσο και αν ευτυχισμένη ήταν η ζωή της, όσο και αν αγαπούσε και αγαπιέται από το περιβάλλον της, εκείνη ήθελε να ξεφύγει, να ζήσει κάτι μαγικό, κάτι εξωτικό, κάτι πρωτόγνωρο. Χαμήλωσε το κεφάλι και δάκρυσε. Δάγκωσε το χείλος της για να σταματήσει, να αναγνωρίσει ότι αυτή η πόρτα ήταν μια έξοδος αλλά και μια είσοδος σε κάτι που ήθελε…”



“Λούμι;” ακούστηκε η δυνατή φωνή του πατέρα της για ακόμη μια φορά. ”Σήκω! Έχουμε να πάμε στην θεία σου σε λίγο!” συνέχισε κάπως κουρασμένα. 



Σάββατο σήμερα, η ημέρα που επισκεπτόμαστε την μεγαλύτερη αδελφή της συγχωρεμένης μητέρας μου στο ίδρυμα. Ο πατέρας μου δεν ήταν πολύ ένθερμος για αυτή την συχνή επίσκεψη που είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε. Ηταν η τελευταία ευχή της μητέρας μου, και το θεωρούσε σαν κάτι το οποίο θα έκανε καλό και σε μένα και στην θεία μου Μίριαμ. Δεν ήθελε να χάσω επαφή με την αγαπημένη μου θεία, και τα τελευταία δύο χρόνια που έχει πεθάνει η μαμά, χαίρομαι όταν μιλάμε για εκείνη, μου λέει ιστορίες από όταν ήταν μικρές. Ακόμα και αν κάποιες είναι πλασμένες από την φαντασία της θείας Μίριαμ, ξέρω ότι δεν το κάνει επίτηδες. Η μυθομανία της άλλοτε καταλαγιάζει και άλλοτε την κυβερνά. Όμως ξέρω ότι χαίρεται και εκείνη που με βλέπει και ίσως είμαι η μόνη που την καταλαβαίνει πια.



Η απαγωγή της Νέστρια μπορούσε να ολοκληρωθεί και αργότερα, οπότε και σηκώθηκα να πάω στο μπάνιο και να ετοιμαστώ να φύγουμε. Πλένω το πρόσωπό μου και τα δόντια μου επιμελώς και χτενίζω τα σπαστά, μαύρα μαλλιά μου. Κοιτάζω το πρόσωπό μου, τα καταπράσινα μάτια της μάνας μου που έχω κληρονομήσει και την αρκετά πλακουτσωτή μύτη, δώρο του πατέρα μου, μαζί με κάποιες μικρές, γλυκές ελίτσες σκορπισμένες στο πρόσωπο και στο λαιμό μου. Χαμογελάω κάπως αμήχανα μπροστά στον καθρέφτη, ένα όμορφο χαμόγελο που δεν εμφανίζεται συχνά. 



“Λούμι;;; Σου φωνάζω για τρίτη και τελευταία φορά! Σε πέντε λεπτά να είσαι στη κουζίνα!” ο πατέρας μου έχει αρχίσει να χάνει την υπομονή του, οπότε και τρέχω να ντυθώ και να ετοιμαστούμε να φύγουμε. 



Να μη ξεχάσω το τετράδιό μου. Η θεία Μίριαμ θα θέλει να της διαβάσω τα όνειρα αυτής της εβδομάδας. Πάντα της αρέσουν και τα συζητάμε ενδελεχώς.






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Ανθίζοντας στο καταχείμωνο