Η Καρφίτσα της τύχης | Μέρος 1ο
Τόκιο, Ιαπωνία
Ο χώρος ήταν σκοτεινός, με μόνο ένα μικρό φωτιστικό πάνω στο γραφείο του Τάκε να ρίχνει μια απαλή, κίτρινη λάμψη. Τα τοιχώματα ήταν καλυμμένα με ράφια γεμάτα με παλιά, σκαλιστά αντικείμενα, μωσαϊκά, και περίεργα συλλεκτικά κομμάτια που φάνταζαν να κρύβουν μυστικά αιώνων.
Η Σάρα μπαίνει προσεκτικά, τα βήματά της αθόρυβα, κι εκείνη σταματάει λίγο στην είσοδο. Ο Τάκε καθόταν σε ένα μεγάλο, σκαλιστό γραφείο, με ένα μικρό φωτιστικό που εξέπεμπε μια ζεστή αλλά σκοτεινή λάμψη. Τα μάτια του, βαθιά και επιφυλακτικά, τη διαπερνούσαν με περιέργεια.
«Είσαι η Νεφέλη,» είπε, η φωνή του χαμηλή και γεμάτη μυστήριο. «Έμαθα για σένα. Ήρθες να μάθεις;» ρωτάει σε άπταιστα αγγλικά.
Η Σάρα, με το ψευδώνυμο «Νεφέλη» για αυτήν την αποστολή, έγνεψε αμήχανα καταφατικά.
Ο Τάκε πιάνει αμέσως την αμηχανία στη κίνηση του κεφαλιού της.
«Ενδιαφέρεσαι για συλλέκτες, για αντικείμενα με μυστηριακή δύναμη. Έχεις ακούσει κάτι και για αρχαία αντικείμενα δύναμης;»
«Ακούω πολλά… Από την πιάτσα. Ξέρω ότι έχεις τέτοια αντικείμενα. Αλλά δεν ήρθα να τα ζητήσω. Ήρθα για πληροφορίες. Για συλλέκτες, για αντικείμενα που μπορούν να αλλάξουν μοίρες. Ψάχνω να καταλάβω πώς λειτουργεί αυτός ο κόσμος.»
Ήταν η απάντησή της. Έτσι της είπε η Λουμιέντα και έτσι έκανε.
Ο Τάκε της χαμογέλαει κάπως ειρωνικά και απαντάει:
«Μα, η πιάτσα πάντα έχει τις δικές της ιστορίες. Αλλά εσύ, φαίνεται, ξέρεις περισσότερα από όσα λένε. Γιατί ενδιαφέρεσαι;»
Η Σάρα ξέρει ότι έχει μπλέξει σε κάτι που μπορεί να είναι έξω από τα νερά της. Ο Τάκε φαίνεται να μην την πιστεύει πλήρως. Κρύος ιδρώτας την λούζει όσο σκέφτεται τις οδηγίες της Λουμιεντα και τη δέσμευση που έχει κάνει σε αυτήν. Το μάτι της πιάνει έναν αρχαίο πίνακα με σχεδιασμένο πάνω έναν δράκο. Εντυπωσιάζεται απο τα μελάνια και την καλοδιατηρημένη κατάστασή του.
Ο Τάκε έχει ακολουθήσει το βλέμμα της και τον θαυμασμό της και ξεκινάει να εξηγεί.
«Οι δράκοι της κινεζικής μυθολογίας δεν είναι απλώς πλάσματα γεμάτα δύναμη. Είναι οι φύλακες της τάξης, οι προστάτες της ισορροπίας. Κάθε δράκος είναι μια ζωντανή ενσάρκωση των στοιχείων: του νερού, της φωτιάς, της γης, του αέρα. Και τα αρχαία αντικείμενα δύναμης; Είναι σαν μικρές πύλες, από αυτές που ενώνουν το ανθρώπινο με το θεϊκό, το μυστικό με το φανερό.»
Ο Τάκε σηκώθηκε αργά, περπάτησε μέχρι το παράθυρο και κοίταξε έξω, στον σκοτεινό ουρανό. Τα αστέρια έκαιγαν σαν μικρές σπίθες, ενώ η νύχτα κρατούσε το μυστικό της.
«Τα αρχαία αντικείμενα δύναμης, στην παράδοση των δράκων, δεν είναι απλώς αντικείμενα. Είναι οι οδηγοί, οι φύλακες, οι πνεύμονες της ζωής. Και η δική σου αποστολή; Αν την ακολουθήσεις ορθά, μπορεί να σου ανοίξει πόρτες που κανείς δεν τολμάει να διανοηθεί.»
Γύρισε και κοίταξε τη Νεφέλη, τα μαύρα μάτια του να λάμπουν μυστικά.
«Οι δράκοι δεν είναι απλώς πλάσματα της μυθολογίας, Νεφέλη. Είναι οι φύλακες της αρχαίας σοφίας. Και η δική σου αποστολή, αν την εκπληρώσεις σωστά, μπορεί να σε οδηγήσει σε μονοπάτια που θα σε τρομάξουν αλλά και θα σου μάθουν να βλέπεις πέρα από το προφανές.»
~~~
Η Σάρα βρισκόταν μόνη σε ένα φωτεινό δωμάτιο, γεμάτο από τη συλλογή του Τάκε. Τα μάτια της περιπλανιόνταν στα αντικείμενα, κάθε ένα από τα οποία φαίνονταν να κρύβει μια ιστορία. Ένα μικρό γλυπτό από κίτρινο νεφρίτη, που απεικόνιζε έναν δράκο, έμοιαζε να φέρνει τη δύναμη και τη σοφία της ανατολής. Δίπλα του, ένα σπάνιο κέρατο ελαφιού, σκαλισμένο με περίπλοκα σχέδια που αναπαριστούσαν σκηνές από την κινεζική μυθολογία, ξεχώριζε για την ομορφιά και την λεπτομέρεια του.
Στους τοίχους, πίνακες που απεικόνιζαν τοπία της Ιαπωνίας, γεμάτα από ανθισμένες κερασιές και ήρεμα κανάλια, έδιναν μια αίσθηση ηρεμίας. Ένας πίνακας του Χοκουσάι, με τα κύματα της Θάλασσας του Εντo, έβγαινε μπροστά, με τις γραμμές του να κυλούν σαν να ήταν ζωντανές. Κάθε κομμάτι της συλλογής του Τάκε έμοιαζε να είναι φορτισμένο με μυστικά και ενέργεια.
Αφού έχασε τον εαυτό της στις σκέψεις και τις εικόνες των αντικειμένων, η Σάρα αποφάσισε να βγει για μια βόλτα στην πόλη του Τόκιο. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ζωή, με πολύχρωμα φώτα και ήχους που συνδύαζαν το παραδοσιακό με το μοντέρνο. Καθώς περπατούσε, ένιωθε το άρωμα των παραδοσιακών φαγητών να την προσελκύει.
Βρήκε ένα μικρό εστιατόριο, με ξύλινα τραπέζια και χαρακτηριστικά στοιχεία ιαπωνικής αρχιτεκτονικής. Καθώς καθόταν, διάλεξε να δοκιμάσει κάποιο από τα παραδοσιακά πιάτα. Παραγγέλνει σούσι, φτιαγμένο από φρέσκα ψάρια και ρύζι που είχε αρωματιστεί με ξίδι. Το σούσι ήταν όμορφα τυλιγμένο, οι γεύσεις του να χορεύουν στον ουρανίσκο της.
Δίπλα του, παραγγέλνει ένα μπολ ράμεν, με πλούσια σούπα και νουντλς, γεμάτο από λαχανικά και χοιρινό κρέας. Η ζεστασιά της σούπας την αγκάλιαζε καθώς έβρισκε καταφύγιο από την ψυχρή ατμόσφαιρα του δρόμου.
Η Σάρα παρατηρούσε τους ανθρώπους γύρω της, νιώθοντας την ενέργεια της πόλης. Τα χρώματα, οι ήχοι και οι γεύσεις δημιουργούσαν μια μοναδική εμπειρία που την έκανε να νιώθει ζωντανή. Κάθε μπουκιά, κάθε ήχος, φαινόταν να την ενώνει με τον τόπο αυτό, σαν να ανακάλυπτε ένα κομμάτι του εαυτού της.
Καθώς απολάμβανε το γεύμα της, σκεφτόταν τα αντικείμενα της συλλογής του Τάκε και την αποστολή της. Ο κόσμος γύρω της ήταν γεμάτος από δυνατότητες και μυστικά, ακριβώς όπως και η ζωή της.
~~~
Η Σάρα αργά το βράδυ μπήκε στο σπίτι του Τάκε, το οποίο ήταν γεμάτο από την αυστηρή, αλλά γοητευτική ατμόσφαιρα της τέχνης και της παράδοσης. Καθώς περνούσε τους οπλισμένους φύλακες, ένιωσε μια παράξενη ανησυχία να την πλημμυρίζει. Ξαφνικά, τρεις πυροβολισμοί αντήχησαν στον αέρα, διακόπτοντας τη σιωπή του σπιτιού.
Οι φύλακες αντέδρασαν άμεσα, τρέχοντας προς το γραφείο του Τάκε, και η Σάρα, παρασυρμένη από την αδρεναλίνη, τους ακολούθησε. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα καθώς πλησίασαν την πόρτα.
Μπαίνοντας στο γραφείο, η εικόνα που αντίκρισαν την πάγωσε. Ο Τάκε ήταν σωριασμένος στο έδαφος, λιπόθυμος, με τον ιδρώτα να τρέχει από το μέτωπό του. Δύο τζαμαρίες δίπλα του είχαν σπάσει από τις σφαίρες, και οι θρύλοι της τέχνης και του πλούτου του τώρα έμοιαζαν με ένα καταστροφικό σκηνικό.
«Είναι ζωντανός!» φώναξε ένας από τους φύλακες, πλησιάζοντας με προσοχή. Η Σάρα έσκυψε κοντά του, προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε συμβεί. Ο Τάκε ξαφνικά πετάχτηκε, τα μάτια του γεμάτα πανικό, και άρχισε να ψάχνει στο στέρνο του.
Μια στιγμή αργότερα, η Σάρα είδε την Καρφίτσα, να αναδύεται από την κρυφή της θέση. Καθώς την κοίταξε, μια εικόνα πέρασε από το μυαλό της: ένας κίτρινος δράκος πετούσε ψηλά στον ουρανό, οι φτερούγες του να σχηματίζουν κύματα στον αέρα, και η βροχή να πέφτει στους διψασμένους χωρικούς της Κίνας. Η αίσθηση της δύναμης και της θεϊκής προστασίας αυτού του δράκου την κατέκλυσε, την έκανε να αισθάνεται ότι η Καρφίτσα ήταν περισσότερο από ένα αντικείμενο – ήταν η σύνδεση με κάτι μεγαλύτερο.
«Τάκε, τι συνέβη;» ρώτησε η Σάρα, με τη φωνή της να τρέμει από την αγωνία.
Ο Τάκε, με τα μάτια του γεμάτα φόβο, αποφασιστικότητα και κάτι από τρέλα, κοίταξε τη Σάρα. «Πρέπει να την προστατεύσουμε. Η Καρφίτσα είναι η μόνη ελπίδα μας τώρα…»


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου