Δίδυμη Πληγή | Κεφάλαιο 1ο
Γράφει η Στέλλα Στραύκου
“Έφυγε η καρακαηδόνα, η άχρηστη και πήρε το παιδί… Γιε μου τι έμπλεξες με αυτήν; Αχ η δόλια η μάνα τι μου έτυχε! Τρέξε γιε μου να πάρεις το παιδί, αυτή ούτε που με νοιάζει!!!!!!!!!” φώναζε και χτυπιόταν η κυρά Χριστίνα, η μάνα του Νεκτάριου Τόγκα.
“Σταμάτα μάνα να συγκεντρωθώ, σταμάτα γιατί ούτε και εγώ δεν ξέρω τι θα κάνω με εσάς που έμπλεξα…” φώναζε και ο Νεκτάριος και ας τους άκουγε όλη η γειτονιά στο χωριό.
Περπατούσε πέρα δώθε με το χέρι του να καλύπτει άλλοτε τα μάτια του άλλοτε το μέτωπο του. Ο πατέρας του είχε πάρει αγκαλιά την εγγονή που τους απέμεινε του και προσπαθούσε να την ηρεμήσει από τα κλάματα που την είχαν πιάσει.
Η κυρά Χριστίνα, κατακόκκινη από την ένταση και τα νεύρα χτυπάει το πόδι της στο πάτωμα με νεύρο και οργή.
“Να καλέσουμε την αστυνομία!!! Να την βρουν και να της πάρουν την μικρή!!!!!!”
Ο Νεκτάριος σταματάει για μια στιγμή και κοιτάει την εναπομένουσα κόρη του να σπαράζει στην αγκαλιά του παππού της. Αισθανόταν την απουσία της αδελφή της; Της έλειπε η μάνα της; Μάλλον και τα δύο.
Ο Νεκτάριος παίρνει στην αγκαλιά του την μπέμπα και κάθεται στον καναπέ και της ψιθυρίζει.
“Αγάπη μου, φως μου… Ηρέμησε γλυκό μου πλάσμα, κόρη μου…” ενώ της χαϊδεύει το κεφαλάκι και τη φιλάει στοργικά στο μέτωπο. Η μικρή αρχίζει να ηρεμεί και σιγά σιγά κλείνει τα μάτια της. Εκεί, στην αγκαλιά του πατέρα της, την πιο ασφαλή φωλίτσα της ζωής της.
Με τη μάνα της απούσα και μια αδελφή που δεν θυμόταν ποτέ, η Φωτεινή μεγάλωσε παρέα με την γιαγιά και τον παππού της. Ήξερε την αλήθεια και τις μισούσε και τις δύο. Η κυρά Χριστίνα είχε φροντίσει για αυτό. Η Φωτεινή μισούσε τη μάνα της γιατί τους παράτησε έτσι. Επειδή είχε βρει γκόμενο και το έσκασε μαζί του. Λόγια πάλι της κυρά Χριστίνας. Τέλος, μισούσε την αδελφή της. Μια αδελφή που ζούσε μακριά από αυτό το κωλοχώρι. Οπουδήποτε αλλού ήταν σίγουρα καλύτερα από εδώ.
Ναι την μισούσε… Κοιταζόταν στο καθρέφτη και έκανε πως μίλαγε σε εκείνη. Την κοιτούσε με μίσος και απέχθεια και έλεγε λόγια που δεν θα μετανιωνε ποτέ.
~~~
Ο Νεκτάριος δούλευε σαν το σκυλί στα κτήματά τους. Οι ελιές πήγαιναν καλά και είχαν μεγαλύτερη παραγωγή χρόνο με το χρόνο. Μέχρι να κλείσει τα δέκα χρόνια η Φωτεινή, δεν σκεφτόταν να ξαναπαντρευτεί. Πονούσε ακόμα και αν δεν το έδειχνε.
Γνώρισε όμως την Κατερίνα και την αγάπησε. Η Κατερίνα ήρθε σαν βάλσαμο στη ζωή του και πέρα από το ότι επούλωσε τις πληγές του, στάθηκε σαν πραγματική μάνα για τη Φωτεινή. Ειδικά όταν έφερε στον κόσμο το αδελφάκι της, τον Χρήστο.
Η Φωτεινή αγάπησε τον αδελφό της. Δεκαπέντε χρόνια τους χώριζαν, αλλά ήταν το μικρό της αδελφάκι. Βοηθούσε την Κατερίνα να τον ταΐσει, του άλλαζε πάνες, σεντόνια, έπαιζε μαζί του και κοιμόταν με το ένα μάτι ανοιχτό κάθε βράδυ.
Η Φωτεινή ήταν ικανότατη ζαχαροπλάστης. Εξού και τα παραπανίσια κιλά που είχε πάνω της. Τα γαλάζια μάτια της και τα ξανθά μακριά μαλλιά της ήταν από τον πατέρα της, αλλά τα κιλά ήταν δικά της. Είχε μάθει από την γιαγιά της να φτιάχνει φανταστικά παραδοσιακά γλυκά. Το κανταίφι της το ζήλευαν όλοι για αυτό φρόντιζε να φτιάχνει δύο ταψιά για να απολαμβάνει και εκείνη.
Ονειρευόταν να εγγραφεί σε κάποια ιδιωτική σχολή ζαχαροπλαστικής και να ταξιδεύει τους ουρανίσκους σε άλλους γαλαξίες. Να φύγει επιτέλους από το χωριό. Όταν εξέφρασε την επιθυμία της στον πατέρα της, εκείνος της υποσχέθηκε ότι θα βρουν την καλύτερη σχολή για να ακολουθήσει το όνειρό της.
Και έτσι έγινε.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου