Το δώρο του Ορέστη

 


Γράφει η Μαρίτα Τυράκη



Μια φορά και μια μέρα, τη δεύτερη του έτους, ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε με έναν τρομερό πονοκέφαλο. Παρόλο που ήταν πολύ κουρασμένος από το μοίρασμα των δώρων, δεν είχε μπορέσει να κλείσει μάτι το προηγούμενο βράδυ. Η σκέψη ότι είχε ξεχάσει να κάνει κάτι, του είχε κολλήσει τόσο πολύ στο μυαλό, που ακόμη κι όταν κατάφερε να κοιμηθεί για λίγο, είδε έναν φρικτό εφιάλτη και πετάχτηκε. Είχε ονειρευτεί ότι είχε ξεχάσει να κλείσει το μάτι της κουζίνας, αυτό που είχε ανάψει για να ζεστάνει το βραδινό του γάλα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά δεν κατάφερε να κοιμηθεί ξανά.


Πήγε στην τουαλέτα για να πλύνει το πρόσωπο του. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε δυο μάτια πρησμένα. Πάλι αυτή η σκέψη. Κάτι έχω ξεχάσει να κάνω. Αποφάσισε να ταΐσει τους ταράνδους του, νωρίτερα απ’ ότι συνήθως, για να απασχολήσει το μυαλό του. Με την ευκαιρία θα καθάριζε και το έλκηθρο του.


Πράγματι πήγε μερικά φύλλα από ιτιές και λίγα χόρτα μέσα σε ένα καλάθι στους ταράνδους κι όσο έτρωγαν έφερε ένα σφουγγάρι κι έναν κουβά με νερό, για να καθαρίσει το έλκηθρο του. Ξεκίνησε από το τιμόνι. Το έτριψε τόσο καλά που του φάνηκε ότι έλαμψε. Είχε αρχίσει να νιώθει καλύτερα, όταν… ένα μικρό δωράκι με καφετί περιτύλιγμα σε μια γωνιά του έλκηθρου τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να γλιστρήσει. Πετάχτηκε όρθιος και το πήρε αμέσως στα χέρια του. Κοίταξε την σημείωση που είχε κρατήσει «Για τον μικρό Ορέστη στην οδό  Διαγόρα».


Πώς μπόρεσα να ξεχάσω τον Ορέστη; Μου είχε ζητήσει μια μικρή πυξίδα. Τι θα κάνω; Δεν μπορεί να μείνει χωρίς δώρο. Η Πρωτοχρονιά πέρασε, σκέφτηκε τα θλιμμένα μάτια του μικρού κι απογοητεύτηκε. Έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να επανορθώσει. Μια φαεινή ιδέα του ήρθε.


Έτρεξε προς τους ταράνδους που έμοιαζαν χορτασμένοι και έτοιμοι για τον μεσημεριανό τους υπνάκο.


«Ετοιμαστείτε. Φεύγουμε».


«Τι συμβαίνει; Τι έπαθε ο Άγιος Βασίλης; Πού θα πάμε;» άρχισαν τους ψιθύρους μεταξύ τους οι τάρανδοι.


Ο Άγιος Βασίλης που δεν είχε χρόνο για χάσιμο τους αφηγήθηκε στη διαδρομή όσα είχαν συμβεί και τους εξήγησε το σχέδιο. Κάποια στιγμή, έβαλε τον Ρούντολφ με την λαμπερή κόκκινη μύτη του να καθοδηγήσει τους υπόλοιπους. Ήταν ο πλέον κατάλληλος για να δείχνει τον δρόμο μιας που είχε αποφασίσει να ταξιδέψουν μέσα από τα πυκνά σύννεφα για να μη γίνουν ορατοί από τους ανθρώπους μέρα μεσημέρι. Καθώς ο Ρούντολφ είχε αναλάβει χρέη οδηγού, ο Άγιος Βασίλης έγραψε ένα γράμμα με όσο πιο καλλιγραφικά γράμματα μπορούσε και το έβαλε προσεκτικά μέσα σε έναν ελαφρώς τσαλακωμένο φάκελο.


Ο Ρούντολφ φώναξε ότι έφτασαν. Για καλή τους τύχη υπήρχαν μερικά χαμηλά σύννεφα και κατάφεραν να κρυφτούν μέσα σε ένα από αυτά που βρισκόταν ακριβώς πάνω από το σπίτι του μικρού Ορέστη. Ο Άγιος Βασίλης έριξε μια εξονυχιστική ματιά στην αυλή. Δεν ήταν κανένας έξω. Αν κατέβαιναν όμως, μπορεί κάποιος να τους έβλεπε από το παράθυρο. Κι ύστερα ήταν και τα άλλα σπίτια. Όλο και κάποιος γείτονας θα τους έπαιρνε είδηση. Δεν μπορούσαν να το διακινδυνεύσουν. Τα μάτια του έπεσαν πάνω σε ένα σπιτάκι σκύλου. Πάντοτε εμπιστευόταν τα ζώα. Κοίταξε τριγύρω κι είδε μια χνουδωτή καφέ μπαλίτσα. Ο σκύλος άρχισε να γαυγίζει προς τον ουρανό σαν να τους είχε δει. Θα ήταν δύσκολο κάτι τέτοιο μιας που απείχαν πολλά μέτρα από το σπίτι κι ήταν κρυμμένοι καλά μέσα στο πυκνό σύννεφο. Ίσως μας ένιωσε, σκέφτηκε ο Άγιος Βασίλης και χαμογέλασε. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, καρφίτσωσε το γράμμα πάνω στο δώρο του μικρού Ορέστη και το πέταξε στην ευθεία ακριβώς πάνω από τον σκύλο, που το έπιασε στον αέρα μόλις έφτασε λίγο πιο πάνω από το κεφαλάκι του. Μια μικρή ουρίτσα άρχισε να κουνιέται πέρα δώθε. Ο σκύλος έτρεξε στο πίσω μέρος της αυλής, βγήκε από μια μικρή πορτούλα και χάθηκε μέσα στο δάσος.


Ο Άγιος Βασίλης ανησύχησε. Αν αφήσει το δώρο κάπου μέσα στο δάσος, δεν θα το βρει ποτέ ο Ορέστης.


Το έλκηθρο μετακινήθηκε μέσα από τα σύννεφα, κατά μήκος της διαδρομής που ακολούθησε ο σκύλος. Και τότε ο Άγιος Βασίλης αντίκρισε το πιο όμορφο θέαμα. Ο σκύλος σταμάτησε σε ένα δενδρόσπιτο. Άφησε το δώρο κάτω κι άρχισε να γαυγίζει, ώσπου εμφανίστηκε ο μικρός Ορέστης, που είχε απομονωθεί  για να κλάψει με την ησυχία του, που τον είχε ξεχάσει ο Άγιος Βασίλης. Μόλις ο μικρός είδε το δώρο έσπευσε να το ανοίξει. Το ουρλιαχτό χαράς του έκανε τον Άγιο Βασίλη να σκιρτήσει. Αφού ο μικρός Ορέστης περιεργάστηκε με ενθουσιασμό την ολοκαίνουργια πυξίδα του, αντιλήφθηκε το γράμμα και το άνοιξε για να το διαβάσει.


«Η αγάπη πάντα βρίσκει τον δρόμο. Ποτέ δεν είναι αργά για θαύματα».


Ο μικρός Ορέστης κοίταξε προς τον ουρανό. Του φάνηκε ότι είδε μια μεγάλη σκιά πίσω από ένα σύννεφο. Έσφιξε το γράμμα πάνω στο στήθος του και φαντάστηκε τον Άγιο Βασίλη να ταξιδεύει μέσα στα σύννεφα μέρα μεσημέρι για να του παραδώσει το πιο όμορφο δώρο όλου του κόσμου.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

'Ονειρο μιας Αυγουστιάτικης Καντίνας

Τα μπαλόνια των συναισθημάτων

Δίδυμη πληγή | Εισαγωγή